Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 08, 2015

Σκόνη, πέτρες, λάσπη

Απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο μου "Η Αυτοβιογραφία Ενός Προλετάριου" και πιο συγκεκριμένα απ' το κεφάλαιο "Τι κάνει ο άνθρωπος για να ζήσει".

Τάκης Μουσαφίρης, Στράτος Διονυσίου,
"Και του λιμανιού και του σαλονιού"

Τις προάλλες έτσι όπως έσπαγα με το κομπρεσέρ ένα πεζοδρόμιο, αναλογίστηκα με δέος την τεχνολογική υπεροχή μου έναντι κάποιων συντρόφων που επίσης αρέσκονται να σπάνε πεζοδρόμια από καιρού εις καιρόν. 
Η σύγκρισή μου με τους συντρόφους ήρθε μέσω ενός συνειρμού που μου δημιούργησαν κάποιοι ηλικιωμένοι οι οποίοι περνώντας με επιδοκίμασαν λέγοντας κάτι σε στυλ "μπράβο, επιτέλους, καιρός ήταν, τόσος κόσμος έχει γλιστρήσει εδώ" -φράση ευθέως συγκρίσιμη με τη συχνά ακουγόμενη φράση αντίστοιχων ηλικιωμένων προς συντρόφους: "μπράβο παιδιά, αγωνιστείτε και για μας που μας έχουν πάρει τα χρόνια!". 

Όπως και να 'χει, το να σπας πεζοδρόμια, ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο τα σπας, είναι κουραστικό ρε φίλε... Χώρια που, σε τελική ανάλυση, η κούραση επιτείνεται από το αποκαρδιωτικό θέαμα των μπάζων που, σιγά-σιγά, αρχίζουν να σχηματίζουν ευμεγέθη πλην άχαρα βουναλάκια -"βομβαρδισμένο τοπίο θύμιζε η πλατεία Συντάγματος" που λένε και τα κανάλια την επομένη μιας νύχτας συγκρούσεων. 

Τέλος πάντων, ναι μεν έχουν δίκιο οι φιλόσοφοι που μας καλούν "να μετατρέψουμε την καταστροφή της χαράς σε χαρά της καταστροφής" -με κομπρεσέρ ή χωρίς- όμως κάθε ευαίσθητη ψυχή θα αναγνωρίσει πως η ομορφιά της ζωής βρίσκεται στη δημιουργία. 
Κι αν το μάτι αγριεύει με το αποκρουστικό θέαμα των βουνών από μπάζα, περίμενα ότι το μάτι θα γαληνέψει με το χαρμόσυνο θέαμα της νέας πλακόστρωσης του πεζοδρομίου. 

Έβαλα λοιπόν όλη μου την έμπνευση και τη μαεστρία να πλακοστρώσω άψογα το πεζοδρόμιο, εν πολλοίς εμπνευσμένος από τον γλυκό μελωδικό ήχο της μπετονιέρας ("Τη μπετονιέρα μη την κατηγοράς! Αυτή σου δίνει για να φας!", που λέει και ο δάσκαλος).

Η μέρα είχε προχωρήσει, θα είχα πλακοστρώσει ίσως και 12 τετραγωνικά, ένιωθα πως ζωγράφιζα πλημμυρισμένος από θεολογικές ανησυχίες του στυλ ποιος να είναι ο θεός των πλακάδων... ώσπου εμφανίστηκαν πάλι κάποιοι ηλικιωμένοι.
Μιλάμε για το είδος των ηλικιωμένων που ζαλίζουν τους συντρόφους "και τι θα τρώμε, και ποιος θα μας δίνει συντάξεις, και ποιος θα μας γράφει τα φάρμακα αν δεν υπάρχει κράτος, και ποιος θα μαζεύει τα σκουπίδια μέχρι να λειτουργήσουν αποτελεσματικά τα εργατικά συμβούλια?".
Στην περίπτωσή μου τα λόγια τους έπαιρναν τη μορφή "και πότε θα έρθετε έξω απ' το σπίτι μου που το πεζοδρόμιο είναι χάλια? όλο έργα βιτρίνας είσαστε! αλλά έτσι είναι ο Έλληνας" και τέτοια και κόντευα να ξενερώσω. 
Πάλι καλά που μπροστά στα μάτια μου εξαπλωνόταν φαρδύ-πλατύ το αποτέλεσμα των κόπων μου, αψευδής μάρτυρας του ταλέντου μου. 

Γάμησέ τα σου λέω, ζούμε σε δύσκολες εποχές. Κούραση.
Αλλά διατηρώ το δικαίωμά μου στη ρεφορμιστική ουτοπία -ή και στην αυταπάτη- ότι βάζω το λιθαράκι μου (τις πλάκες μου εν προκειμένω) για να γίνει πιο όμορφη αυτή η πόλη. 

Πουλικάκος, Εξαδάκτυλος,
"Σκόνη-Πέτρες-Λάσπη"