Σάββατο, Φεβρουαρίου 02, 2008

ΧΑΙΡΕΤΑ ΜΟΥ ΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟ

Υποστηρίζεται από μερικούς η άποψη ότι ο κύριος Μπίμπισης ήταν γόνος καλής οικογενείας. Το σίγουρο είναι ότι ο κύριος Μπίμπισης, αν ζούσε σήμερα, θα εθεωρείτο οικολόγος και φίλος του δάσους, φανατικός υποστηρικτής των δένδρων και των αναδασώσεων κατά τις ελεύθερες ώρες του. Η λαϊκή παράδοση θεωρούσε δεδομένο ότι ο Μπίμπισης ήταν εκείνος που φύτεψε και φρόντισε την περίφημη ιτιά στην Καλοπούλα της Καισαριανής.

Πάντως, για την επίσημη ιστορία ο Μπίμπισης ήταν απλώς ένας αρχιληστής του 19ου αιώνα, με δράση στην περιοχή πέριξ των Αθηνών. Ως εκ τούτου, κάποια στιγμή η εξουσία τον μπουζούριασε και τον φυλάκισε στο Μεντρεσέ. Οικολόγος και φιλόδενδρος (έως και νυμφόληπτος) όπως ήταν ο Μπίμπισης, δεν έχασε χρόνο: Στην αυλή της φυλακής του Μεντρεσέ φύτεψε και φρόντισε ένα πλατάνι. Και το φρόντισε τόσο καλά, ώστε με το πέρασμα των χρόνων το πλατάνι μεγάλωσε, και μεγάλωσε, και μεγάλωσε, μέχρι που έγινε ένα από τα ουρανομήκη underground σύμβολα της πόλης των Αθηνών: Ο πλάτανος του Μπίμπιση στο Μεντρεσέ.

Ο Μενδρεσές (δηλαδή το μουσουλμανικό Ιεροσπουδαστήριο) χτίστηκε το 1721 δίπλα-απέναντι από το ωρολόγιο του Κυρρήστου, (τους αέρηδες που λένε) στα όρια της ρωμαϊκής αγοράς των Αθηνών. Σήμερα, από το κτίριο του Μεντρεσέ σώζεται μονάχα η είσοδος, στο υπέρθυρο της οποίας, ο μυημένος θα μπορούσε να διαβάσει τα εξής:
"Ο πάνσοφος θεός, αποφάσισε ότι τα παιδιά αυτής εδώ της πόλης πρέπει να έχουν πλούσια μόρφωση. Γι'αυτό έβαλε στην καρδιά του Μεχμέτ Φαχρή την επιθυμία να ιδρύσει Ιεροδιδασκαλείο στο κέντρο της πόλης, ώστε σε αυτό το Ιεροδιδασκαλείο να μορφώνονται τα τέκνα του Προφήτη, λαμβάνοντας καλή ανατροφή και ζώντας μέσα σε αδελφική αγάπη, σαν να βρίσκονται στον παράδεισο".

Αυτές ήταν οι προθέσεις των Τούρκων όταν έχτιζαν το Μεντρεσέ. Βέβαια το πράγμα πήρε άλλη τροπή όταν, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, ο Όθωνας έκανε πρωτεύουσα την Αθήνα. Όπως κάθε καλός βασιλιάς, το πρώτο πράγμα που αναζήτησε ο Όθων στην Αθήνα, ήταν να βρει μια ιδεώδη φυλακή για να μπουζουριάζει κόσμο, ιδιαίτερα τους αντιπάλους του. Προτίμησε τον Μεντρεσέ.

Όταν στη δεκαετία του 60-70 ο Σπύρος Ζαγοραίος τραγούδησε το "ε ντελα μαγκιέν ντε Βοτανίκ", πρόσφερε μεγάλη υπηρεσία στο λαϊκό τραγούδι, διατηρώντας στην μνήμη του λαού τη μουσική και τους στίχους από μια ιδεώδη βαριά ζεϊμπεκιά: Μέσα από τους ιδιορρύθμως παραλλαγμένους στίχους του τραγουδιού που είπε ο Ζαγοραίος, υπέβοσκε η πρωτότυπη μορφή του τραγουδιού "Ένας μάγκας στο βοτανικό" (υποτίθεται ότι συνθέτης του τραγουδιού είναι ο Περιστέρης και στιχουργός ο Βασιλειάδης), στο ρεφρέν του οποίου κυριαρχεί η αναφορά στο Μεντρεσέ:

"Τη φουμάρει
μαστουριάζει
και μπαφιάζει πάντα βερεσέ
γιατί πήρε σύνταξη από το Μεντρεσέ"

Μέσα από αυτούς τους στίχους, γίνεται για άλλη μια φορά φανερή η ειρωνεία της ζωής:
Ο Μενδρεσές ιδρύθηκε (όπως λέει και το όνομά του), ως Ιεροσπουδαστήριο. Οι απόφοιτοι του Μεντρεσέ, λογικό ήταν -λόγω της μορφώσεώς των- να έχουν ιδιαίτερο κύρος στην μουσουλμανοκρατούμενη Αθήνα.
Αργότερα, όταν ο Μεντρεσές μετετράπη σε φυλακή της χριστιανοκρατούμενης Αθήνας, οι "απόφοιτοι" του Μεντρεσέ συνέχισαν να απολαμβάνουν ιδιαίτερης τιμής και κύρους, όπως δείχνουν τα λόγια του παραπάνω τραγουδιού. Διότι ναι μεν όταν αποφυλακιζόντουσαν δεν εδικαιούντο τιμητικής ισοβίου δωρεάν σιτίσεως στο Πρυτανείο (αυτό δα μας έλειπε), ωστόσο φαίνεται πως στα μάτια κάποιων, είχαν εξασφαλισμένο το δικαίωμα να "μαστουριάζουν και να μπαφιάζουν βερεσέ", τιμητικώς, ως απόφοιτοι του Μενδρεσέ...
Πράγμα που δεν συνέβαινε τυχαία.

Φαντάσου, αναγνώστη, να περπατάς στο δάσος και να δεις λίγο μπροστά σου κάποιον ο οποίος μιλάει στα δένδρα: Κάποιον που καλημερίζει μια ιτιά, κάποιον που λέει "μπαγασάκο ομόρφυνες" σε έναν πλάτανο, κάποιον που πιάνει ψιλοκουβεντούλα με ένα πεύκο, κάποιον που εξομολογείται τον πόνο του σε μια κουτσουπιά... Ένα τέτοιο άτομο, οι περισσότεροι θα το πουν βαρεμένο, και όσοι είναι ακόμα περισσότερο βαρεμένοι απ' αυτόν, θα πουν πως ένα τέτοιο άτομο είναι μύστης που έχει γίνει ένα με τη φύση. Εγώ θα τον έλεγα νεραϊδοπαρμένο.

Ο Μπίμπισης που λέγαμε στην αρχή, δεν ξέρω αν είχε γίνει ένα με τη φύση. Δεν ξέρω αν ήταν βαρεμένος. Το σίγουρο είναι πως αγαπούσε τα δένδρα. Σίγουρο είναι επίσης πως ήταν αρχιληστής. Ο οποίος (όπως ήδη είπαμε) φυλακίστηκε στον Μεντρεσέ, και ο οποίος στην αυλή του Μεντρεσέ έκατσε και φύτεψε έναν πλάτανο. Ο οποίος πλάτανος μεγάλωσε τόσο, ώστε έγινε ένα από τα underground σύμβολα της Αθήνας των παλιών καιρών.

Σε αυτόν ακριβώς τον πλάτανο αναφέρεται η φράση "χαιρέτα μου τον πλάτανο". Η φράση ανήκει στην αργκό μιας παλιότερης εποχής και ήταν κατανοητή αρχικά μόνο από έναν στενό κύκλο ανθρώπων: Ήταν κατανοητή μόνο από τους ανθρώπους εκείνους που είχαν την εμπειρία να ζήσουν (ή -με βάση τον τρόπο ζωής τους- ήταν εξαιρετικά πιθανό στο μέλλον να ζήσουν) κάμποσο καιρό κοντά στον πλάτανο του Μπίμπιση, μέσα στο Μεντρεσέ.
Θεωρητικά, η φράση "χαιρέτα μου τον πλάτανο" σήμαινε γι'αυτούς κάτι σε στυλ "σε βλέπω να καταλήγεις εκεί όπου ήμουν εγώ... στη φυλακή".
Σήμαινε όμως μόνο αυτό, ή μήπως είχε και βαθύτερο νόημα?

Επί αιώνες, οι κάπως μορφωμένοι παπούδες διηγιόντουσαν στα εγγονάκια τους -πέρα από παραμυθάκια με μάγισσες και δράκους- ιστορίες και μύθους του Αισώπου. Νομίζω πως αυτό έχει σταματήσει τώρα τελευταία. Σίγουρα όμως, οι μύθοι του Αισώπου ήταν πολύ δημοφιλείς μέχρι μερικές δεκαετίες πριν. Σίγουρο είναι πάντως το ότι ακόμα και οι άνθρωποι του υποκόσμου (κάποιας παρωχημένης εποχής) μεγάλωσαν με τους μύθους του Αισώπου.

Στους κύκλους των παρανόμων και των ανθρώπων του υποκόσμου, υπάρχουν -πάντοτε υπήρχαν- μερικές λέξεις που εν είδει κώδικού χρησιμοποιούνται πολύ συχνά. Αδικαιολόγητα συχνά. Οι πιο γνωστές είναι η "μπέσα" και το "φιλότιμο".
Μια άλλη από τις λέξεις αυτές, είναι η "αχαριστία".

Οι ληστές του 19ου αιώνα, αναμενόμενο ήταν να αντιμετωπιστούν με σκληρότητα από το κράτος, χαρακτηριζόμενοι με όρους όπως "αιμοβόρα κτήνη". Περιέργως όμως, είναι γνωστή η ευρύτατη κυκλοφορία δεκάδων μυθιστορημάτων και διηγημάτων, συνήθως λαϊκού περιεχομένου, στα οποία εκθειαζόταν η ζωή, η δράση, η ευγένεια της ψυχής και εν γένει η προσωπικότητα των -κατά τα άλλα απεχθών και παράνομων- ληστών. Οι περισσότερο εκθειασθέντες ληστές υπήρξαν ο Γιαγκούλας και ο Νταβέλης, οι οποίοι μέσω των λαϊκών αναγνωσμάτων γνώρισαν στιγμές δόξας και διασημότητας εφάμιλλης των σταρ του Χόλιγουντ. Όμως και οι υπόλοιποι ληστές, αν και υπήρξαν λιγότερο διάσημοι, έχαιραν ιδιαίτερης εκτιμήσεως, θεωρούμενοι φιλάνθρωποι, αγαθοεργείς, κάτι σαν Ρομπέν των Δασών. Κάτι σαν ευεργέτες του απλού λαού.
Μια τέτοια περίπτωση ληστού ήταν και ο Μπίμπισης. Μόνο που αυτός, ως αναδασωτής που ήταν, αποτελούσε την πεμπτουσία του όρου "Ρομπέν των Δασών".

Σε έναν από τους δημοφιλέστερους μύθους του Αισώπου, δυο ταξιδιώτες περιπατητές περπατούσαν μέσα στο καυτό καταμεσήμερο. Ξαφνικά, βλέπουν εκεί κοντά έναν πλάτανο. Τη χώνονται κάτω από τον πλάτανο και απολαμβάνουν τη σκιά και τη δροσιά του. Ξαφνικά, λέει ο ένας στον άλλο: "Ρε συ, έχεις σκεφτεί πόσο άχρηστα δέντρα είναι τα πλατάνια? Ενώ είναι τεράστια σε μέγεθος, δεν παράγουν ούτε έναν καρπό άξιο λόγου!"
Τους άκουσε το πλατάνι και πήρε ανάποδες, τόσο πολύ ώστε με ανθρώπινη φωνή τους είπε: "Ου να μου χαθείτε αχάριστοι καραγκιόζηδες! Την ίδια ώρα που απολαμβάνετε τη σκιά μου, με κατηγορείτε πως είμαι άχρηστο. Η χρησιμότητά μου προς εσάς είναι η ίδια μου η σκιά, ω αχάριστοι καραγκιόζηδες"...

Το νόημα του μύθου, θέλει να πει ότι οι ευεργετηθέντες και οι ευεργετούμενοι, είναι πιθανό να σε βρίσουν, ακόμα και την ίδια τη στιγμή που τους ευεργετείς.

Οι underground πρόγονοί μας που λάνσαραν τη φράση "χαιρέτα μου τον πλάτανο", έχοντας πιθανότατα μεγαλώσει με τους μύθους του Αισώπου, ίσως να είχαν και αυτή την ιστορία υπόψη τους, δίνοντάς της τη διάσταση ότι όσοι βρίσκονται στη φυλακή, βρίσκονται εξαιτίας της "αχαριστίας". Και η αχαριστία είναι πικρό πράμα, την πίκρα του οποίου πρώτος γνώρισε ο πλάτανος του Αισώπου... Ίσως να μην χαιρετούσαν τον πλάτανο μόνο με τη μεταφορική έννοια, ίσως να τον χαιρετούσαν κυριολεκτικά. Ίσως να τον ένιωθαν σαν αδερφό τους.
(Ίσως και ο λαϊκός ήρωας-ληστής Μπίμπισης, ίσως λέω, ακριβώς γι'αυτό το λόγο δεν φύτεψε στην αυλή του Μεντρεσέ εληά ή ξερωγώ πεύκο, αλλά φύτεψε πλατάνι: Για να θυμίζει την αχαριστία και το εξ αυτής φαρμάκι)

Όπως λέει και το προ-προ-προρεμπέτικο (που γράφτηκε όταν ακόμα δεν υπήρχαν ρεμπέτικα ή δε λεγόντουσαν ρεμπέτικα)
Στου Μεντρεσέ τον πλάτανο πουλί δεν πάει να κάτσει
πόχει ξερά τα φύλλα του, στη ρίζα του φαρμάτσι
*...

*Στη γνήσια αθηναϊκή διάλεκτο, υπάρχει πρόβλημα με τις καταληκτικές συλλαβές -κη, -κι, κλπ. Ναι μεν γράφονται όπως στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά προφέρονται ως -τσι. Εξ ου και το φαρμάκι γίνεται "φαρμάτσι", εξ ου και η εκκλησία του Καρύκη έγινε Άγιος Γεώργιος Καρύτση.
Και βέβαια, ο πλάτανος του Μεντρεσέ, μόνο ξερά φύλλα δεν είχε... Αλλά ποιητική αδεία, τον ξέρανε ο ποιητής...

1 σχόλιο :

  1. είσαι ωραίος,πολύ...έχω ένα καφενείο
    και παίζει η μουσική σου.μου φτιάχνει
    το κέφι . άλλα βέβαια τον κλείνω τον
    καφενέ σιγά σιγά βέβαια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Mi-la-re,
mi-la-re-si