Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2015

Για μια άνω τελεία

Που λες, ωραίο πράμα οι μελοποιημένοι στίχοι -και ειδικά οι με εμπνευσμένο τρόπο μελοποιημένοι στίχοι- ωστόσο καμιά φορά μέσα στην εμπνευσμένη μελοποίηση χάνεται κάποια λεπτομέρεια της ποίησης κι αποχτάμε την ευκαιρία να γίνουμε δικαίως σχολαστικοί και δικαίως να ψάχνουμε ψύλλους στ' άχυρα. 

Παράδειγμα, η Άρνηση του Σεφέρη: 

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

Πασίγνωστο το ποίημα εξαιτίας της πανέμορφης μελοποίησης του απ' τον Θεοδωράκη, όμως ρε παιδί μου χάθηκε η άνω τελεία του προ-τελευταίου στίχου. Έτσι δεν είναι? 

Και δεν είναι να πεις ότι ο ποιητής υποτιμά αυτή την άνω τελεία. Να, άκου τον εδώ να απαγγέλλει, ας πούμε, για να δεις πόση έμφαση δίνει σ' αυτή την άνω τελεία.

Όπως λέει κι αυτή εδώ η εξαίρετη δημοσίευση την οποία αξίζει κάποιος να διαβάσει ολόκληρη: 

Το ποίημα  δομείται σε τρεις στροφές  και της κάθε στροφής η φορά ανακόπτεται από μία άνω τελεία. Αυτό που απομένει αρνείται ό,τι προηγήθηκε:

 1η στροφή: στο περιγιάλι, διψάσαμε >νερό γλυφό

 2η στροφή: πάνω στην άμμο γράψαμε>

                          φύσηξε, σβήστηκε

 3η στροφή: Με τι … πήραμε τη ζωή μας> λάθος, αλλάξαμε

 Σε κάθε στροφή λοιπόν υπάρχει κάτι που εξαρτάται από μας αλλά ακυρώνεται από εξωγενείς παράγοντες. Εμείς «διψάσαμε», «επιθυμήσαμε», «μα το νερό γλυφό». Εμείς «γράψαμε», μα «σβήστηκε η γραφή». Η καταγραφή της άρνησης στην «δίψα» μας και της γραφής μας γίνεται  μετά την άνω τελεία. Νερό και αέρας, στοιχεία θεμελιώδη για την ζωή μας αρνήθηκαν.

Στην τρίτη στροφή η λέξη «λάθος» βρίσκεται μετά την επίμαχη άνω τελεία, οπότε το «λάθος» δεν εγγράφεται στις πράξεις μας· σε ποιον τότε; Σε  εξωγενείς παράγοντες, προφανώς. Δεν πήραμε εμείς τη ζωή μας λάθος (όσο και αν έτσι ακούγεται στο τραγούδι). Επομένως, το λάθος δεν είναι δικό μας. Το λάθος βρίσκεται έξω από μας, όμως καθορίζει τη ζωή μας και μας υποχρεώνει σε αλλαγή πορείας.   Είναι «λάθος», κι εδώ νομίζω πρέπει να σταματήσουμε, είναι λάθος να νομίζουμε πως, επειδή τα κάναμε όλα καλά και τα δώσαμε όλα- καρδιά, πνοή, πόθους, πάθος – γι’ αυτό και μόνο θα μας πάνε όλα καλά.

Εμείς κάναμε αυτό που έπρεπε, χωρίς να ξέρουμε πού θα καταλήξει ή ποιος θα αποφασίσει. Σαν τους «ήρωες» που προχωρούν στα σκοτεινά» κάνουμε ό,τι πρέπει, κάναμε ό,τι έπρεπε, αλλά δεν πετύχαμε…

Έτσι είναι τα πράγματα, αναγνωσταρά μου, και δεν είναι αλλιώς. Και να τις προσέχεις τις άνω τελείες και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες των ποιητών, γιατί ξέρουν τι λένε οι ποιητές και ξέρουν πολλά!

Τετάρτη, Ιουλίου 29, 2015

Εμπνευσμένοι στίχοι

Όπου εάν θελήσουμε να απογειώσουμε τον παραπάνω στίχο, αναμφιβόλως θα πρέπει να ανατρέξουμε εις το "Λεξικό της Κοινής Ελληνικής" του Τριανταφυλλίδη, προκειμένου να πληροφορηθούμε σχετικά  με την λέξη "φλόκι" :

φλόκι, το [flóki] : το καθένα από τα μάλλινα, στριμμένα νήματα που εξέχουν από τις φλοκάτες. [μσν. φλόκ(ος) < παλ. ιταλ. *flocco (σύγκρ. φιόγκος) ή βλάχ. floc (< λατ. floccus) υποκορ. -ι]

Σχετικά με την λατινική λέξη floccus ας αρκεστούμε να ανατρέξουμε εις το σχετικό λήμμα του wiktionary.

Έτσι, για να πάρουμε μια ιδέα σχετικά με το πόσα λεξικά πρέπει να έχει μελετήσει ο ποιητής προκειμένου να συνθέσει έναν τόσο δα μικρό στίχο... και πόσα λεξικά θα πρέπει να έχουμε μελετήσει εμείς προκειμένου να φτάσουμε σε ποιητικά νοήματα προσιτά μόνο σε λίγους!


Τρίτη, Ιουνίου 02, 2015

Σωθικά λαχταριστά. Τρώγοντας τα μυαλά από το κεφαλάκι.


64
Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.


Το ανωτέρω απόσπασμα από τον "Ύμνο εις την Ελευθερία" του Σολωμού, από τον ελληνικό εθνικό ύμνο δηλαδή σε τελική ανάλυση, πάντοτε με προβλημάτιζε ως προς τη ενδεχόμενη γαστριμαργική έννοια του στίχου "σωθικά λαχταριστά".  Όπως λέμε δηλαδή λαχταριστό φιλέτο, λαχταριστή μπριζόλα, λαχταριστά κεφτεδάκια κλπ, κάπως έτσι μου ακούγεται και το "σωθικά λαχταριστά". 

Και μάλιστα όχι οποιαδήποτε σωθικά, όχι συκώτια και άντερα και τέτοια σωθικά, όχι, μιλάμε για τα σωθικά που βγαίνουν από τα "ολόσχιστα κρανία". Δηλαδή μιλάμε για τα "ολοσκόρπιστα μυαλά". Αυτά τα ολοσκόρπιστα μυαλά είναι τα λαχταριστά σωθικά. 

Μυαλά πανέ, ας πούμε, που σίγουρα είναι λαχταριστό μεζεκλίκι, ως εκ τούτου θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ο Σολωμός ήτο μερακλής περί τα γαστριμαργικά. Υπάρχει όμως μια μικρή λεπτομέρεια: Ο Σολωμός τα "ολοσκόρπιστα μυαλά" τα θεωρεί λαχταριστά ως έχουν -όχι μαγειρεμένα. 
Μιλάμε για μυαλά ωμά.

Κάθε φορά που περνάω απ' την οδό Τυδέως στο Παγκράτι, θυμάμαι αυτούς τους ένδοξους στίχους του Διονυσίου Σολωμού. Αιτία είναι ένας συνειρμός, ο οποίος δημιουργήθηκε όταν προ κάμποσων ετών έμενα στην οδό Τυδέως και μια μέρα αναρωτήθηκα "και ποιός στα κομμάτια ήταν αυτός ο Τυδεύς" κι άρχισα να ψάχνω, οπότε προς μεγάλη μου έκπληξη ανακάλυψα πως ο Τυδεύς, πέρα από πατέρας του Διομήδη, ήταν πρώτος ξάδερφος του αγαπημένου μου ομηρικού ήρωα: Του Θερσίτη. (Ο οποίος Θερσίτης, ως εκ τούτου, ήταν θείος του Διομήδη). 

Η ιστορία πάει κάπως έτσι: 

Η Καλυδώνα βρίσκεται στο σημερινό νομό Αιτωλοακαρνανίας. Το όνομά της το πήρε από τον Καλυδώνα. Αυτός ήταν γιος του Αιτωλού. 
(Καταλαβαίνεις... Προσωποποιημένη μυθολογικοποίηση της γεωγραφίας...)
Αυτή η Καλυδώνα βρέθηκε κάποια στιγμή να έχει βασιλιά τον Πορθέα -που μερικοί τον φώναζαν και Πορθάωνα. 
Ο Πορθέας/Πορθάων απέκτησε τέσσερα υγιέστατα αγοράκια: Τον Μέλανα, τον Αλκάθοο, τον Άγριο και τον Οινέα. 
Μετά το θάνατο του Πορθέα βασιλιάς έγινε ο μεγαλύτερος γιος, ο Οινέας, αφήνοντας τον μικρότερο γιο, τον Άγριο, στην αντιπολίτευση. Για τους άλλους γιους δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα.

Ο βασιλιάς Οινέας απέκτησε πολλά σημαντικά παιδιά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Μελέαγρος, ο Τυδέας και η Δηιάνειρα -που γι' αυτήν μιλούσαμε τις προάλλες, αποκαλύπτοντας ότι κάποια στιγμή το έριξε στη stregoneria.

Ο αδελφός του Οινέα, ο Άγριος, είχε κι αυτός κάμποσα παιδιά, απ' τα οποία ξεχώριζε ο Θερσίτης. 

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Θερσίτης ήταν πρωτοξάδερφος του Τυδέα, της Δηιάνειρας και του Μελέαγρου. 

Ο βασιλιάς Οινέας τώρα, είχε το ιδεώδες όνομα για οινοπωλείο: 
"Οινοπωλείον ο Οινέας". 
Αυτό φαίνεται πως πολύ το εκτίμησε ο Διόνυσος: Κάποια μέρα ο θεός Διόνυσος πήγε στην Καλυδώνα και δίδαξε στον Οινέα την αμπελουργία και την κατασκευή κρασιού. 
Ενθουσιασμένος ο Οινέας από τη συναναστροφή του με τον θεό, έγινε ευσεβης και άρχισε να προσφέρει τιμές και θυσίες στους θεούς. 
Σε όλους τους θεούς? 
Όχι!
Μονίμως ξεχνούσε να προσφέρει τιμές και θυσίες στη θεά του κυνηγιού, την Αρτέμιδα.  
Κάποια μέρα η θεά τσαντίστηκε πολύ κι έστειλε στην Καλυδώνα τον Καλυδώνιο κάπρο να τρομοκρατεί και να καταστρέφει την Καλυδώνα. 
Οι Καλυδώνιοι αναγκάστηκαν (θέλοντας και μη) να λατρέψουν εμπράκτως την Αρτέμιδα οργανώνοντας μια μεγάλη -με πανελλήνια συμμετοχή-  κυνηγετική εκστρατεία, όπου, για την ιστορία να πούμε πως παραμένει αδιευκρίνιστο αν τελικά τον Καλυδώνιο κάπρο τον σκότωσε ο Μελέαγρος ή η Αταλάντη.

Κι ενώ ποτέ δε θα μάθουμε ποιός σκότωσε τον Καλυδώνιο κάπρο, η ουσία είναι ότι μια μέρα τα από κει ξαδέρφια, τα παιδιά του Άγριου δηλαδή, είπανε "εντάξει, όνομα και πράμα ο Οινέας και τον αγαπάει ο Διόνυσος, αλλά ποιός είδε το θυμό της Αρτέμιδας και δεν φοβήθηκε... Δεν τον ανατρέπουμε μπας και μας λυπηθεί η Άρτεμις? Κι ας κάνουμε βασιλιά τον πατέρα μας, τον Άγριο, που όσο να 'ναι το όνομά του έχει κοινή ρίζα με την Αγροτέρα Αρτέμιδα". 

Υπήρχαν βέβαια και άλλες αιτίες για ν' ανατραπεί ο Οινέας: Ήταν υπέργηρος πλέον, αλλά επίσης ο γιός του Οινέα, ο Τυδέας, είχε σκοτώσει τον θείο του τον Αλκάθοο (είπαμε, ο Αλκάθοος ήταν αδερφός του Οινέα και του Άγριου) και επειδή εκείνη την εποχή υπήρχε ο νόμος της βεντέτας, ο μεν Τυδέας πήγε στο Άργος για να γλιτώσει, η δε οικογένεια του Τυδέα (συμπεριλαμβανομένου του Οινέα) την είχε άσχημα: Όλο το χωριό τους έδειχνε με το δάχτυλο. 

Έγινε λοιπόν η ανατροπή, ο Άγριος έγινε βασιλιάς και ο Θερσίτης έγινε ο διάδοχος του θρόνου. 

Ο Τυδέας τώρα, πηγαίνοντας στο Άργος πρόκοψε: Παντρεύτηκε την κόρη του Άδραστου. Του βασιλιά του Άργους. Κι επειδή ήταν και αρχοντοπαλίκαρο, έπεισε τον βασιλιά Άδραστο να μην πάρει στα σοβαρά την άποψη του Αμφιάραου (ο οποίος έλεγε να κάτσουν στ' αυγά τους) αλλά να εκστρατεύσει εναντίον της Θήβας. Κι όταν ο Άδραστος εκστράτευσε εναντίον της Θήβας, ο Τυδεύς ήταν από τους επικεφαλής του στρατεύματος.  Και πολέμησε γενναία αλλά κάποια στιγμή λαβώθηκε από έναν Θηβαίο που λεγόταν Μελάνιππος. 

Πρόσεξε τώρα, γιατί εδώ έχει ζουμί. Ας δούμε το σκηνικό όπως το περιγράφει ο Απολλόδωρος

Μελάνιππος δὲ [...] εἰς τὴν γαστέρα Τυδέα τιτρώσκει. ἡμιθνῆτος δὲ αὐτοῦ κειμένου παρὰ Διὸς αἰτησαμένη Ἀθηνᾶ φάρμακον ἤνεγκε, δι᾽ οὗ ποιεῖν ἔμελλεν ἀθάνατον αὐτόν. Ἀμφιάραος δὲ αἰσθόμενος τοῦτο, μισῶν Τυδέα ὅτι παρὰ τὴν ἐκείνου γνώμην εἰς Θήβας ἔπεισε τοὺς Ἀργείους στρατεύεσθαι, τὴν Μελανίππου κεφαλὴν ἀποτεμὼν ἔδωκεν αὐτῷ. ὁ δὲ διελὼν τὸν ἐγκέφαλον ἐξερρόφησεν. ὡς δὲ εἶδεν Ἀθηνᾶ, μυσαχθεῖσα τὴν εὐεργεσίαν ἐπέσχε τε καὶ ἐφθόνησεν. 

Προσέχεις? 
Η Αθηνά συμπαθεί τον Τυδέα. Μόλις τον βλέπει τραυματισμένο θανάσιμα, φέρνει ένα φάρμακο για να τον κάνει όχι απλώς υγιή αλλά για να τον κάνει αθάνατο. Εν τω μεταξύ, ο Αμφιάραος (ο οποίος ήταν γνωστό πως έχει μαντικές ικανότητες), από μίσος για τον Τυδέα που υπήρξε ο βασικός υποκινητής της εκστρατείας, κόβει το κεφάλι του Μελάνιππου (είπαμε, ο Μελάνιππος είχε τραυματίσει θανάσιμα τον Τυδέα) και το δίνει στον Τυδέα. Και ο Τυδέας τι κάνει καλέ μου αναγνώστη? 
"Διελών εξερρόφησεν τον εγκέφαλον". 
Όπου το "διελών" είναι απλά η μετοχή αορίστου του ρήματος "διαιρώ". 
Δηλαδή ο Τυδεύς, έσπασε στα δύο το κρανίο του νεκρού Μελάνιππου και σλουρπ-σλουρπ! ρούφηξε τον εγκέφαλο. 
Ε, μόλις το είδε αυτό η Αθηνά, αηδίασε και είπε "ρε άει στα κομμάτια που θα σε κάνω αθάνατο... Ψόφα!". 

Και ναι μεν η Αθηνά είπε έτσι για τον κανίβαλο Τυδέα, πλην όμως χιλιάδες χρόνια αργότερα κάποιος δήμαρχος Αθηναίων αποφάσισε να ονοματίσει μια οδό προς τιμήν του κανίβαλου Τυδέα. 
Ενώ, από την άλλη, ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός βρήκε πηγή έμπνευσης για τους προαναφερθέντες εξαιρετικά δυνατούς στίχους:

64
Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 05, 2014

Εκπυρσοκρότηση

Οι δρόμοι μου και οι δρόμοι του Χαράλαμπου Π. Σοφία διασταυρώθηκαν πριν κάμποσα χρόνια σε γνωστό καφενείο γνωστής πλατείας του κέντρου της Αθήνας και στη διάρκεια κάποιας κουβέντας πληροφορήθηκα το γεγονός ότι γράφει. Ποιήματα.
Δεν μου είχε δοθεί η ευκαιρία να αποκτήσω άποψη, πέρα από μερικούς σκόρπιους στίχους.

Τα τελευταία χρόνια είχαμε χαθεί, αν εξαιρέσεις κάποιες έως και συμπτωματικές εν τω δρόμω συναντήσεις κατά τις οποίες συμπορευθήκαμε για λίγο κάθε φορά μέσα σε συνθήκες συνωστισμού, συνθημάτων, παλμού, κρότου, λάμψης, δυσωδών αερίων και ανθρώπων με άσπρα κράνη -συνθήκες που όπως καταλαβαίνεις, αναγνωσταρά μου, δεν ευνοούν τις λογοτεχνικές συζητήσεις. 

Μην τα πολυλογώ, εκεί γύρω στα μέσα Νοεμβρίου ξανα-διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας και μου λέει "όπου να 'ναι κυκλοφορεί το νέο μου βιβλίο. Εκπυρσοκρότηση. Εκδόσεις Κονιδάρη". 
Έμενε να το διαβάσω. 

"Εξηνταέξι μικρά πεζά κεντημένα στο χέρι με ασημένιες κλωστές από αστρόσκονη". 
Τεμπέλης αλλά και βιβλιοφάγος εγώ, έκανα την εύλογη σκέψη ότι 66 μικρά πεζά είναι, θα τα διαβάσω στο πι και φι. 
Αλλά υπολόγισα λάθος: Τα 66 μικρά πεζά αποδείχτηκαν βαθύτερα και βαρύτερα του αναμενομένου, με όμορφη, ψαγμένη και πολυτονική ποιητική γραφή, αφαιρετική και ταυτόχρονα συνθετική. Ταξιδιάρικη γραφή, όχι όμως φωτογραφική, όχι, πιο πολύ φέρνει στο νου μου ακτινογραφία των όντων παρά φωτογραφία των πραγμάτων. 
Εἶδε τή ζωή της ἀργά τό βράδυ. Εἶχε κάτι ἀπό τό βάθος τοῦ ὠκεανοῦ καί κοιτοῦσε ἔντονα μέ τά θλιμμένα μάτια της τόν καθρέπτη τοῦ Σαββάτου. Ἀπουσίαζε τό καλοκαίρι, ὁ ἱδρῶτας ὁ ἀλμυρός, τό φτερούγισμα τῆς ψυχῆς, τό σῶμα πού πολιορκοῦσε τό ἄλλο σῶμα. Άντιστάθηκε στήν πολιορκία τῶν λέξεων, στήν πιθανότητα σύλληψης τῆς στιγμῆς καί τραβήχτηκε μέ τρόμο, ὅταν τό ὄνειρο δέ ἄντεξε τή πραγματικότητα. Ἔχωσε μιά σφαῖρα στή θαλάμη καί ὁδηγήθηκε στό θυσιαστήριο τοῦ ἔρωτα, τήν ὥρα πού ἡ σελήνη βυθιζόταν στό ἀνερμήνευτο τοῦ ἀνεκπλήρωτου. Ξάπλωσε στό ἔδαφος μετά ἀπό ὑπερβολική δόση μοναξιᾶς καί κράτησε τήν ἀναπνοή της, μέχρι νά φανεῖ τό μπλέ τῆς ἀνάγνωσης. Μέχρι νά φανεῖ ὁ ποιητής.
Ένα αξιόλογο και αξιοπρόσεκτο βιβλίο. Όχι επειδή είναι φίλιο πρόσωπο ο Χαράλαμπος Π. Σοφίας αλλά επειδή είναι αξιόλογο το βιβλίο και τα 66 μικρά πεζά του, τα κεντημένα με ασημένιες κλωστές από αστρόσκονη. 

Περισσότερες πληροφορίες, στον ιστότοπο του δημιουργού.


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2014

Τρία ποιήματα του Κώστα Σοφιανού

Ο Κώστας Σοφιανός υποθέτω πως γεννήθηκε το 1945 και υποθέτω πως (αν δεν φταίει η δική μου σχεδόν ολοσχερής άγνοια) δεν έχει μέχρι σήμερα δεχτεί για το ποιητικό του έργο την αναγνώριση που εγώ νομίζω ότι θα του έπρεπε.

Χτες στο facebook ένας εξαιρετικός άνθρωπος με κοφτερή πένα και μυαλό, μου θύμισε την περίπτωση κάποιων ήδη αγαπητών μου ποιημάτων του Κώστα Σοφιανού, οπότε τι πιο λογικό απ' το να βάλω εδώ τρία ποιήματα του ποιητή, έτσι, αφενός να τα διαβάσει το φιλόμουσο αναγνωστικό κοινό και αφετέρου να βρίσκονται για το μέλλον.

Κατά μια περίεργη σύμπτωση, αποσπάσματα και από τα τρία παρακάτω ποιήματα, είχαν μυστηριωδώς έρθει στη μνήμη μου σε στιγμές όπου γύρω μου επικρατούσε ένας φοβερός και τρομερός ενθουσιασμός επανελλήνισης ενόσω εγώ ατάραχος έστριβα ή κάπνιζα το τσιγάρο μου και άκουγα και χάζευα, αρνούμενος μεν να κριτικάρω, ανοιχτός όμως προς τις Μούσες να μου θυμίσουν ό,τι στίχο θεωρούσαν πρέποντα, κι εκείνες σε μια-δυό περιπτώσεις διάλεξαν (ή εγώ νόμισα πως διάλεξαν) να μου θυμίσουν στίχους του Κώστα Σοφιανού.

Ποίημα του 1945

Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
ελαύνεται εις πάθος,
φταίνε οι τόνοι της “Ποιμενικής”
(για ό,τι γράφω, γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής…)

Φθηνές, εσθήτες, λιλιά, λοφία
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη,
στολές – γαλόνι
Πρώτες σειρές
συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.

Αν είχα θάρρος κι ένα μπετόνι…
“μα τι σας φταίει η κοινωνία;”

τα σπίρτα κρύβω –
πρέπει να στρίβω
με υποπτεύονται για αναρχία.

Παραλλαγές μιας μανιέρας (ΙΙΙ)

Ακόμα και ως πτώμα η Ελλάδα είναι ωραία
Τί κι αν έγινε βόθρος το κρυφό περιγιάλι
Μας δροσίζουν το μέτωπο μελτέμια πρωραία
κι ο καπνός στεφανώνει την Αμφιάλη.

Ελιές στις πλαγιές και ξανθοί αμπελώνες
καθαρτήριες φλόγες αναλώνουν το γιόμα,
αχνοτρέμει ο αέρας στων νερών τους πυλώνες
η Ελλάδα είναι ωραία ακόμα και ως πτώμα.

Ακόμα και ως πτώμα η Ελλάδα είναι ωραία
το πνεύμα του θέρους ευγενίζει τη στέγνια
φαιδρύνει η ευδεία του βίου την έγνοια
ραστώνη και τάχος μάς κλείνουν μοιραία.

Κοιμούνται οι Μούσες στον Ελικώνα
στα μουσεία τ’ αγάλματα νοσταλγήσαν το χώμα
το κάρβουνο εντείνει τις γραμμές του πευκώνα
η Ελλάδα είναι ωραία ακόμα και ως πτώμα.

Ακόμα και ως πτώμα η Ελλάδα είναι ωραία
τις νύχτες ο Κίσσαβος ξαναγίνεται Όσσα
αρκετά παραλλάξαμε του Ομήρου τη γλώσσα
ξεθωριάσαν τα χρώματα στη φθαρμένη λιβρέα.

Μέδουσα ο Ήλιος κι αποσβολώνει
της ρετσίνας ο μύθος πικρίζει το στόμα
τσουκνίδες κι ασφόδελοι στο έρημο αλώνι
η Ελλάδα είναι ωραία ακόμα και ως πτώμα.

Μη μιλάτε Ελληνικά

Μη μιλάτε Ελληνικά:
να γαβγίζετε
να μουγκρίζετε.
Να μη μιλάτε καθόλου.

Μη διαβάζετε Ελληνικά:
να διαβάζετε τους λόγους των πολιτικών σας
να διαβάζετε τα "καλέσματα" των οργανώσεών σας
να διαβάζετε τον ημερήσιο και τον περιοδικό σας τύπο.
Να μη διαβάζετε καθόλου.

Μη γράφετε Ελληνικά:
να γράφετε την "Καθαρεύουσα" του Γενικού Επιτελείου
να γράφετε την "Δημοτική" του Υπουργείου "Πολιτισμού"
να γράφετε όπως γράφουν στον ημερήσιο και στον περιοδικό σας τύπο.
Να μη γράφετε καθόλου.

Και
Μη κατεβαίνετε στη θάλασσα:
σας βλέπει κι αρρωσταίνει
γυρίζουν τα μέσα της
αφρίζει
ξερνάει σακκούλες
σαγιονάρες
σακούλες
σερβιέτες
Ξερνάει πετρέλαιο και πίσσα.
Μη κατεβαίνετε στη θάλασσα.

Μην ανεβαίνετε στα βουνά:
σας αισθάνονται και πεθαίνουν
χάνουν τα δάση τους και τα πουλιά τους
χάνουν τη δρόσο τους και τ' άρωμά τους
χάνουν τα χιόνια τους και τα νερά τους.
Μην ανεβαίνετε στα βουνά.

Μη συντηρείτε αρχαιότητες:
είναι Ύβρις.
Πάρτε κασμάδες και σωριάστε τες
φέρτε μπουλντόζες και σαρώστε τες
ρίχτε βενζίνη και κάφτε τες.
Είναι η προτελευταία τιμή που μπορείτε να κάνετε στον τόπο.

Η τελευταία είναι:
Να φύγετε
με τις γυναίκες και τα παιδιά σας
με τα σαλόνια σας και τα σκυλιά σας
με τη Βρωμιοσύνη σας και την κακομοιριά σας.
Και
μη παριστάνετε πως περιμένετε βαρβάρους:
Εσείς είστε οι βάρβαροι
και πρέπει να φύγετε.

Τρίτη, Μαΐου 25, 2010

ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑ


Άχ Άρτεμις ποιός πάλι μας χτυπά
την υψηλή μας Πύλη ν' ανοίξουμε.
Κάποιος ίσως νεοσσός που ξεπορτίστηκε
κι από πεσμένη κολώνα που ήταν
και αβάτελος
θα θέλει να γραφτεί στην οικογένειά μας
νομίζοντας ότι είναι σύλλογος φιλόπτωχος
για πρόσφυγες.
Πες του με ευγένεια πάντα ότι δεν τον δεχόμαστε
να έμπει στο άβατο σπίτι μας
γιατί δεν είναι για προποζίτο ιππότες
μα ούτε και φράγκοι να 'τανε.
Έστω κι αν είναι νέος ωραίος και παλιά θεός
σαν τον Αντίνοο
δεν δέχομαι και έχω δώσει αυστηρές διαταγές
στα γερά τείχη κι υπηρέτες
να διώχνουν τα καλογεράκια από τ' ασκηταριό
ας έχουν έστω λειτουργικές φρύξες
και τα λιβάνια.

Κρατήστε σας παρακαλώ
όλους τους αδιάφθορους κανόνες
για τους επαίτες και ζητιάνους
την υπερούσια υψηλή μας Πύλη
και σας ορκίζω στ' όνομα
του Ρωμανού (του Αντώνιου της Δρέσδης)
αν παρατυπήσετε να στείλω
σ' όλους γρήγορα τις απολύσεις.

Μα αν φανεί και να γυρίζει
ο ιππότης του χρυσού αετού
με το τετράκλωνο αέτωμα
κάντε μια θέση εκεί ψηλά στο βράχο.
Και καταλαβαίνετε δεν είναι βράχος
της Ακροπόλεως και Παρθενώνων
(όπου μας γέμισαν τον τόπο τελευταία)
αλλά βράχος υμέναιου του δεύτερου
αρχιτέκτονα κι όχι Ικτίνου.


Από τα Φόρα 82 των 4 Μαζινό.

Δευτέρα, Μαρτίου 22, 2010

ΥΠΟ ΕΡΓΟΝ

ΜΑΡΜΑΙΡΕΙ ΔΕ ΜΕΓΑΣ ΔΟΜΟΣ
ΧΑΛΚΩΙ, ΠΑΙΣΑ Δ' ΑΡΗΙ ΚΕΚΟΣΜΗΤΑΙ ΣΤΕΓΑ
ΛΑΜΠΡΑΙΣΙΝ ΚΥΝΙΑΙΣΙ, ΚΑΤ
ΤΑΝ ΛΕΥΚΟΙ ΚΑΤΕΠΕΡΘΕΝ ΙΠΠΙΟΙ ΛΟΦΟΙ
ΝΕΥΟΙΣΙΝ, ΚΕΦΑΛΑΙΣΙΝ ΑΝΔΡΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΑ.
ΧΑΛΚΙΑΙ ΔΕ ΠΑΣΣΑΛΟΙΣ
ΚΡΥΠΤΟΙΣΙΝ ΠΕΡΙΚΕΙΜΕΝΑΙ
ΛΑΜΠΡΑΙ ΚΝΑΜΙΔΕΣ, ΑΡΚΟΣ ΙΣΧΥΡΩ ΒΕΛΕΟΣ,
ΘΟΡΡΑΚΕΣ ΤΕ ΝΕΩ ΛΙΝΩ
ΚΟΙΛΑΙ ΤΕ ΚΑΤ ΑΣΠΙΔΕΣ ΒΕΒΛΗΜΕΝΑΙ.
ΠΑΡ ΔΕ ΧΑΛΚΙΔΙΚΑΙ ΣΠΑΘΑΙ,
ΠΑΡ ΔΕ ΖΩΜΑΤΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΥΠΑΣΣΙΔΕΣ.
ΤΩΝ ΟΥΚ ΕΣΤΙ ΛΑΘΕΣΘ', ΕΠΕΙ ΔΗ
ΠΡΩΤΙΣΘ' ΥΠΟ ΕΡΓΟΝ ΕΣΤΑΜΕΝ ΤΟΔΕ

που πα να πει

Λάμπει η μεγάλη αίθουσα
από χάλκινα όπλα. Όλη η στέγη έχει στολιστεί για χάρη του Άρη
με λαμπρές περικεφαλαίες.
Από την κορυφή τους λευκές φούντες από αλογότριχες
γέρνουν προς τα κάτω, στις κεφαλές των ανδρών
όμορφα στολίδια, καμωμένες από χαλκό,
τοποθετημένες ολόγυρα, κρύβουν ξυλόκαρφα
οι ωραίες περικνημίδες, αμυντήριο όπλο για χτύπημα ισχυρό
κι ακόμα θώρακες από καινούργιο λινό ύφασμα
και κοίλες ασπίδες αφημένες κατά γης.
Δίπλα χαλκιδικές σπάθες
και πολλές περισκελίδες και χιτώνες κοντοί.
Αυτά δεν είναι δυνστόν να τα ξεχάσουμε, αφού
τώρα πια αναλάβαμε αυτό τον αγώνα.

Αλκαίος φίλε αναγνώστη. Από τη Λέσβο. Σύγχρονος της Σαπφούς και του Πιττακού -με τον οποίο πάντως ήταν πολιτικοί αντίπαλοι. Το ανωτέρω ποίημα ανήκει στα “στασιωτικά” του ποιήματα, τα οποία είναι ό,τι η λέξη “στασιωτικά” εννοεί.

“Από την περιγραφή των όπλων εικάζεται από τους μελετητές ότι το ποίημα γράφτηκε στις παραμονές κάποιας μάχης...
...Από την περιγραφή απουσιάζουν τελείως τα “τηλέμαχα όπλα”. Το πρόσεξαν αυτό ήδη οι φιλόλογοι και δίνουν τη δική τους ερμηνεία. Αν πράγματι έλειπαν απ' την αίθουσα τα τηλέμαχα όπλα ή πρόκειται για έναν ποιητικό τρόπο προβολής της πολεμικής αρετής του ίδιου του ποιητή, που προτιμά να μάχεται “εκ του συστάδην”, στήθος με στήθος, με μόνο φονικό όπλο τη χαλκιδική σπάθα του, μόνο να το εικάσουμε μπορούμε. Το βέβαιο είναι ότι ο ποιητής είναι άνδρας του “έργου”, νέος γεμάτος ορμή, ανήσυχος και δραστήριος. Κάνει λόγο για τον δικό του οπλισμό, που τον κοιτάζει με χαρά και διάθεση αγωνιστική. Αφού το περιεργάσθηκε είναι έτοιμος να φορέσει και πάλι την πανοπλία του, συνεπής προς τον αγώνα που έχει αναλάβει μαζί με άλλους. Έτσι έζησε ο Αλκαίος: Παρών στην επικαιρότητα και συμμέτοχος σε σημαντικές στιγμές της πόλης του”.


(Η τελευταία παράγραφος, όπως και η μετάφραση του ποιήματος, είναι του Ιωάννη Μπάρμπα, από το βιβλίο του “Λυρική ποίηση – Λυρικών λόγος και ιστορική πράξη” των εκδόσεων “Ζήτρος”).

Παρασκευή, Μαρτίου 12, 2010

ΣΑΠΦΩ
(και Καστοριάδης και Αρβανιτάκη)

Η ανασύνθεση των θραυσμάτων είναι αναζήτηση των δικών μας θραυσμάτων. Και είναι σαν το κυνήγι του θησαυρού. Ξεκινά πάντα με ευτελή υλικά απλών ενδείξεων (φιλοκαλλούμεν μετ' ευτελείας) αλλά οδηγεί σε διαπιστώσεις-διαμαντάκια (φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας). Διότι δεν ήτο μαλάκας ο Καστοριάδης που έκατσε κι ασχολήθηκε με τα θραύσματα -της Σαπφούς εν προκειμένω, που κι αυτή δική μας είναι- κι έκατσε κι έγραψε το παρακάτω όμορφο κειμενάκιον.
Το οποίον αναγιγνώσκεται με συνοδεία όμορφου, αχνιστού διπλού μοσχομυριστού καφέ χωρίς το απαραίτητο τσιγάρο στο χέρι, ενώ από τα ηχεία ακούγεται η ηχητική προσπάθεια ανασύνθεσης των θραυσμάτων της Σαπφούς -άλλο ένα διαμαντάκι, δηλαδή, ηχητικό αυτή τη φορά. Δημήτρης Παπαδημητρίου και Ελευθερία Αρβανιτάκη:


Ι. Μερικές μεταφραστικές δυσκολίες μας οδηγούν στη διαπίστωση πως οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές στηρίζονταν συχνά σ' ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής γλώσσας, κοινό πιθανώς μ' άλλες πρωτογενείς γλώσσες, γνώρισμα που μπορούμε να αποκαλέσουμε αδιαίρετη πολυσημία των λέξεων και των γραμματικών πτώσεων. Οι νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες δεν έχουν πλέον αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα, και οι ποιητές προσέφυγαν σε άλλες οδούς προκειμένου να δημιουργήσουν μια συγκρίσιμη εκφραστική ένταση. Αυτές οι διαπιστώσεις μας οδηγούν σε μια εξέταση των οδών της ποιητικής εκφραστικότητας κι ιδιαίτερα της σημασιακής μουσικότητας της

1). Ας αρχίσουμε από τους περίφημους στίχους της Σαπφούς:

Δέδυκε μεν α σελάννα και
Πληιάδες· μέσαι δε
νύκτες, παρά δ' έρχετ' ώρα,
εγώ δε μόνα κατεύδω.

Μια κατά λέξη μετάφραση θα μπορούσε να ήταν η έξης:

Η Σελήνη έδυσε κι η Πούλια·
είναι μεσάνυχτα, η ώρα περνά
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.

Δέδυκε, του ρήματος δύω, σημαίνει βούτηξε, καταβυθίστηκε. Στην Ελλάδα των διακοσίων κατοικημένων νησιών και των περίπου δέκα χιλιάδων χιλιομέτρων ακτών, ο ήλιος, η σελήνη και τ' αστέρια δεν πλαγιάζουν, βουτούν στη θάλασσα, βυθίζονται.
Σελάννα είναι βέβαια η σελήνη και δεν μπορούμε ν' αποδώσουμε τη λέξη διαφορετικά. Για έναν αρχαίο Έλληνα όμως, η λέξη σελάννα παραπέμπει άμεσα στο σέλας, το φως· σελάννα είναι η φωτεινή, ο φωστήρ.
Πληιάδες, είναι η Πούλια, είναι οι Πολυάριθμες. Για ένα Γάλλο -ή έναν Ευρωπαίο- χωρίς επαρκή καλλιέργεια, η λέξη δεν λέει τίποτα· και για τον μετρίως καλλιεργημένο Γάλλο, πρόκειται για μια πλειάδα επιφανών Γάλλων ποιητών του 16ου αιώνα, και για μια συλλογή βιβλίων στις εκδόσεις Gallimard. Αλλά για τον Έλληνα αγρότη, τεχνίτη ή ναυτικό της Αρχαιότητας (κι ακόμη ως πρόσφατα), πρόκειται για ένα αστρικό νέφος -διακρίνονται τουλάχιστον επτά αστέρες δια γυμνού οφθαλμού- που ένας σημερινός αστρονόμος θ' αποκαλούσε σφαιρωτό σμήνος μερικών εκατομμυρίων αστέρων, υπέροχος αστερισμός στον ωραιότερο σχηματισμό του νυχτερινού ουρανού, μέσα σ' ένα τεράστιο τόξο του κύκλου που καλύπτει περισσότερο από το μισό του ουράνιου θόλου, αρχίζοντας από την Πούλια, περνώντας από τον Ωρίωνα και τερματίζοντας στον Σείριο. Όταν περί το τέλος του καλοκαιριού εμφανίζεται ο Σείριος, λίγο πριν από την ανατολή του ηλίου, οι ωχρές πλέον Πλειάδες έχουν ήδη διαβεί το ζενίθ, πηγαίνοντας προς τα δυτικά. Τη στιγμή που μιλεί η Σαπφώ, οι Πλειάδες έχουν ήδη δύσει, ένδειξη ακριβής και πολύτιμη, στην οποία θα επανέλθω.

Μέσαι δε νύκτες, κατά λέξη: οι νύχτες βρίσκονται στο μέσον τους, είναι μεσάνυχτα. Στο μέσον αυτής της νύχτας, στα μεσάνυχτα κείνης της μέρας, η Σελήνη κι οι Πλειάδες είχαν ήδη δύσει. Ας υποθέσουμε προσωρινά ότι το τέλος του ποιήματος θα μπορούσε να αποδοθεί κάπως έτσι:

... η ώρα περνά
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.

Εδώ, η ίδια η Σαπφώ ομιλεί, η Σαπφώ που γεννήθηκε γύρω στα 612 π.Χ. στη Λέσβο. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι το ποίημα γράφτηκε γύρω στα 580 π.Χ., ίσως και πριν. Λυρικό ποίημα, όπως λέγομε, που εκφράζει τα συναισθήματα, τη ψυχική κατάσταση του ποιητή, κι όμως, ο μύθος -η αφήγηση, η ιστορία- είναι παρών, νοσταλγικός κι υπέροχος. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, βλέπουμε τον νυχτερινό ουρανό να περιγράφεται, τη Σελήνη και τις Πλειάδες να έχουν ήδη δύσει κι αυτή τη γυναίκα, ενδεχομένως ερωτευμένη με κάποιον που δεν είναι εκεί, ίσως κι όχι, ωστόσο γεμάτη πόθους, που, εν τω μέσω της νυκτός, δε μπορεί να κοιμηθεί και λέγει τη θλίψη της, που στο κρεβάτι της είναι μόνη.

Διαβάζομε ένα αρχαίο ποίημα σημαίνει ότι ξαναβρίσκουμε ένα κόσμο πια χαμένο, ένα κόσμο τώρα σκεπασμένο από την αδιαφορία του 'πολιτισμού' μπρος στα στοιχειώδη και θεμελιώδη. Είναι το μέσον της νύχτας κι η Σελήνη έχει ήδη δύσει. Ένας σύγχρονος μας δεν βλέπει τί σημαίνει αυτό. Δεν φαντάζεται ότι, αφού η Σελήνη έδυσε πριν από τα μεσάνυχτα, βρισκόμαστε μεταξύ της νέας Σελήνης και του πρώτου τετάρτου, στην αρχή συνεπώς ενός σεληνιακού μηνός (μέτρον χρόνου για όλους τους αρχαίους λαούς). Αλλά οι Πλειάδες έδυσαν. Αυτήν την ακρίβεια των αρχαίων ποιητών δεν την ξαναβρίσκουμε παρά μόνο σπάνια στους νεότερους, αφού με αφετηρία αυτήν την ένδειξη θα μπορούσαμε σχεδόν να προσδιορίσομε την εποχή της σύνθεσης του ποιήματος. Βρισκόμαστε στην άνοιξη, διότι την άνοιξη -και μάλιστα στην αρχή της- οι Πλειάδες δύουν πριν από τα μεσάνυχτα· όσο περισσότερο προχωρεί το έτος, τόσο δύουν αργότερα. Η Σαπφώ είναι ξαπλωμένη κι η ώρα περνά.
παρά δ' έρχετ' ώρα, τί είναι η ώρα; Ο μεταφραστής θ' αποδώσει τη λέξη αβίαστα ως (ώρα στα νέα ελληνικά και) heure στα γαλλικά (μέσω του λατινικού δανείου hora). Ώρα όμως στα αρχαία ελληνικά σημαίνει επίσης την εποχή, ήδη στον Όμηρο κι αυτή η έννοια διαρκεί ως σήμερα διά μέσου των αλεξανδρινών και βυζαντινών χρόνων· οι ώρες του έτους είναι οι εποχές. Είναι βεβαίως κι η ώρα, με τη συνήθη έννοια του όρου, όχι η ώρα των ρολογιών, αλλά η ώρα ως υποδιαίρεση της διάρκειας της ημέρας. Ένα από τα περίφημα ποιήματα που η ύστερη Αρχαιότητα απέδιδε στον λυρικό ποιητή Ανακρέοντα αρχίζει ως εξής:

"Μεσονύκτιος ποτ' ώραις",
στις ώρες του μεσονυκτίου.

Ώρα όμως είναι κι η στιγμή κατά την οποία ένα πράγμα "είναι στην ώρα του", που είναι πραγματικά καλό κι "ωραίο", είναι συνεπώς για τους ανθρώπους ο ανθός της νιότης. Στο "Συμπόσιο" όταν ο Αλκιβιάδης αφηγείται πως προσπάθησε να πλαγιάσει με τον Σωκράτη, αλλά σηκώθηκε το πρωί χωρίς να πάθει τίποτα (καταδε-δαρθηκώς...), σα να 'χε κοιμηθεί με τον πατέρα ή τον αδελφό του, καταλήγει:

"Ο Σωκράτης είναι υβριστής, τόσο κατηφρόνησεν της εμής ώρας",

τη νιότη μου, την ομορφιά μου, το γεγονός ότι ήμουν ώριμος να με συλλέξει σαν ένα ωραίο ερωτικό καρπό...

Πρέπει τέλος να κάνω μνεία του συνδέσμου "δε", που σημαίνει τόσο "και" όσον κι "αλλά". Εδώ η επιλογή είναι αναπόφευκτη και θα μεταφράσω απλώς "και". Τί λέγει λοιπόν η Σαπφώ;

Η Σελήνη κι οι Πλειάδες δύσαν,
είναι μεσάνυχτα· ώρα, εποχή, νιότη
παρέρχονται κι εγώ κοιμάμαι μόνη.

Ουδείς νεότερος μεταφραστής, απ' όσο ξέρω, δεν τόλμησε να μεταφράσει τη μοναδική λέξη "ώρα" με τρεις. Όμως η κορύφωση της έντασης του ποιήματος είναι ακριβώς αύτη η λέξη που συνδυάζει περισσότερες της μιας σημασίες, χωρίς να θέλει ή να πρέπει να επιλέξει ανάμεσα τους: την εποχή του έτους, την άνοιξη -το νέο ξεκίνημα του χρόνου μετά τον χειμώνα, την εποχή των ερώτων-, την ώρα που παρέρχεται και τη νεότητα της Σαπφούς που μάταια αναλώνεται, αφού δεν υπάρχει κανείς στο κρεβάτι της. Η μεγαλοφυΐα της Σαπφούς έγκειται και στην επιλογή ακριβώς αυτής της λέξης, που το φάσμα σημασιών της διαφωτίζεται κι εμπλουτίζεται από το υπόλοιπο ποίημα (χωρίς τη μνεία της δύσης των Πλειάδων, η έννοια εποχή/άνοιξη της λέξεως ώρα θα ήταν πολύ λιγότερο επιτακτική).


Μια πληρέστερη μορφή του καστοριάδειου κειμένου -με πολλά άλλα σχετικά ενδιαφέροντα- υπάρχει εις το Περί Γραφής, ήτοι εδώ.