Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2015

Για μια άνω τελεία

Που λες, ωραίο πράμα οι μελοποιημένοι στίχοι -και ειδικά οι με εμπνευσμένο τρόπο μελοποιημένοι στίχοι- ωστόσο καμιά φορά μέσα στην εμπνευσμένη μελοποίηση χάνεται κάποια λεπτομέρεια της ποίησης κι αποχτάμε την ευκαιρία να γίνουμε δικαίως σχολαστικοί και δικαίως να ψάχνουμε ψύλλους στ' άχυρα. 

Παράδειγμα, η Άρνηση του Σεφέρη: 

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

Πασίγνωστο το ποίημα εξαιτίας της πανέμορφης μελοποίησης του απ' τον Θεοδωράκη, όμως ρε παιδί μου χάθηκε η άνω τελεία του προ-τελευταίου στίχου. Έτσι δεν είναι? 

Και δεν είναι να πεις ότι ο ποιητής υποτιμά αυτή την άνω τελεία. Να, άκου τον εδώ να απαγγέλλει, ας πούμε, για να δεις πόση έμφαση δίνει σ' αυτή την άνω τελεία.

Όπως λέει κι αυτή εδώ η εξαίρετη δημοσίευση την οποία αξίζει κάποιος να διαβάσει ολόκληρη: 

Το ποίημα  δομείται σε τρεις στροφές  και της κάθε στροφής η φορά ανακόπτεται από μία άνω τελεία. Αυτό που απομένει αρνείται ό,τι προηγήθηκε:

 1η στροφή: στο περιγιάλι, διψάσαμε >νερό γλυφό

 2η στροφή: πάνω στην άμμο γράψαμε>

                          φύσηξε, σβήστηκε

 3η στροφή: Με τι … πήραμε τη ζωή μας> λάθος, αλλάξαμε

 Σε κάθε στροφή λοιπόν υπάρχει κάτι που εξαρτάται από μας αλλά ακυρώνεται από εξωγενείς παράγοντες. Εμείς «διψάσαμε», «επιθυμήσαμε», «μα το νερό γλυφό». Εμείς «γράψαμε», μα «σβήστηκε η γραφή». Η καταγραφή της άρνησης στην «δίψα» μας και της γραφής μας γίνεται  μετά την άνω τελεία. Νερό και αέρας, στοιχεία θεμελιώδη για την ζωή μας αρνήθηκαν.

Στην τρίτη στροφή η λέξη «λάθος» βρίσκεται μετά την επίμαχη άνω τελεία, οπότε το «λάθος» δεν εγγράφεται στις πράξεις μας· σε ποιον τότε; Σε  εξωγενείς παράγοντες, προφανώς. Δεν πήραμε εμείς τη ζωή μας λάθος (όσο και αν έτσι ακούγεται στο τραγούδι). Επομένως, το λάθος δεν είναι δικό μας. Το λάθος βρίσκεται έξω από μας, όμως καθορίζει τη ζωή μας και μας υποχρεώνει σε αλλαγή πορείας.   Είναι «λάθος», κι εδώ νομίζω πρέπει να σταματήσουμε, είναι λάθος να νομίζουμε πως, επειδή τα κάναμε όλα καλά και τα δώσαμε όλα- καρδιά, πνοή, πόθους, πάθος – γι’ αυτό και μόνο θα μας πάνε όλα καλά.

Εμείς κάναμε αυτό που έπρεπε, χωρίς να ξέρουμε πού θα καταλήξει ή ποιος θα αποφασίσει. Σαν τους «ήρωες» που προχωρούν στα σκοτεινά» κάνουμε ό,τι πρέπει, κάναμε ό,τι έπρεπε, αλλά δεν πετύχαμε…

Έτσι είναι τα πράγματα, αναγνωσταρά μου, και δεν είναι αλλιώς. Και να τις προσέχεις τις άνω τελείες και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες των ποιητών, γιατί ξέρουν τι λένε οι ποιητές και ξέρουν πολλά!

Τετάρτη, Ιουλίου 29, 2015

Εμπνευσμένοι στίχοι

Όπου εάν θελήσουμε να απογειώσουμε τον παραπάνω στίχο, αναμφιβόλως θα πρέπει να ανατρέξουμε εις το "Λεξικό της Κοινής Ελληνικής" του Τριανταφυλλίδη, προκειμένου να πληροφορηθούμε σχετικά  με την λέξη "φλόκι" :

φλόκι, το [flóki] : το καθένα από τα μάλλινα, στριμμένα νήματα που εξέχουν από τις φλοκάτες. [μσν. φλόκ(ος) < παλ. ιταλ. *flocco (σύγκρ. φιόγκος) ή βλάχ. floc (< λατ. floccus) υποκορ. -ι]

Σχετικά με την λατινική λέξη floccus ας αρκεστούμε να ανατρέξουμε εις το σχετικό λήμμα του wiktionary.

Έτσι, για να πάρουμε μια ιδέα σχετικά με το πόσα λεξικά πρέπει να έχει μελετήσει ο ποιητής προκειμένου να συνθέσει έναν τόσο δα μικρό στίχο... και πόσα λεξικά θα πρέπει να έχουμε μελετήσει εμείς προκειμένου να φτάσουμε σε ποιητικά νοήματα προσιτά μόνο σε λίγους!


Δευτέρα, Δεκεμβρίου 08, 2014

Ο γιος που δεν αξίζουμε να έχουμε

Ο ΓΙΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΞΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ 

Η δικαιοσύνη εξελίσσεται σε μία ανελέητη θρησκευτική σέχτα. Αφήνει πίσω της την θλίψη των νομοθετών και με ζήλο παραμιλάει με χριστιανικούς όρους περί καλού και κακού. Αυτό της επιτρέπει να αποφασίσει για τον θάνατο του Ρωμανού.

Ο Ρωμανός βρίσκεται ανάμεσα στην πείνα και την πράξη, κάθετος όπως όλα τα ξελογιασμένα χερουβείμ. Δεν πρόκειται για έναν ακόμη επαναστάτη αλλά για ένα πάθος που αποφάσισε να ζήσει με τους όρους του. 

Δεν καταδέχθηκε να καθρεφτιστεί μέσα μας, αλλά απευθείας με την άβυσσο που αναπαράγουμε όλοι μας. Ο Αθανασίου κρύβεται αδέξια μέσα στον ίσκιο του πατέρα του, φοβισμένος και φτηνός μέχρι την συντέλεια αυτού του έρημου κόσμου. 

Πλάι του οι "Βεντέτες" της δημοσιογραφίας, που ακόμη και αυτή την ύστατη στιγμή κάνουν ταβανοσκόπηση ενώ βρίσκονται μέσα στο χειρουργείο που έστησαν για τον Ρωμανό. Εκμεταλλεύονται το βασίλειο του μικροαστισμού που κολυμπάνε οι Έλληνες και φωτίζουν αυτή την δολοφονία παραμιλώντας για το γράμμα του νόμου.

Στον συρφετό προστίθεται και ο βλαξ του παντός Ψαριανός που εκπροσωπεί ότι χρυσαυγίτικο κρύβει μέσα της  η ελεεινή Αριστερά. 

Ας προσέξουν, όμως, γιατί μπορεί ο Ρωμανός να τρέμει επάνω στο σταυρό, κάποια στιγμή θα τρέμει και ο σταυρός και ο κοινός σπασμός τους θα μας τυλίξει.

Είναι ένα κείμενο του ποιητή Γιώργου Κακουλίδη.  Το βρήκα εδώ.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 05, 2014

Εκπυρσοκρότηση

Οι δρόμοι μου και οι δρόμοι του Χαράλαμπου Π. Σοφία διασταυρώθηκαν πριν κάμποσα χρόνια σε γνωστό καφενείο γνωστής πλατείας του κέντρου της Αθήνας και στη διάρκεια κάποιας κουβέντας πληροφορήθηκα το γεγονός ότι γράφει. Ποιήματα.
Δεν μου είχε δοθεί η ευκαιρία να αποκτήσω άποψη, πέρα από μερικούς σκόρπιους στίχους.

Τα τελευταία χρόνια είχαμε χαθεί, αν εξαιρέσεις κάποιες έως και συμπτωματικές εν τω δρόμω συναντήσεις κατά τις οποίες συμπορευθήκαμε για λίγο κάθε φορά μέσα σε συνθήκες συνωστισμού, συνθημάτων, παλμού, κρότου, λάμψης, δυσωδών αερίων και ανθρώπων με άσπρα κράνη -συνθήκες που όπως καταλαβαίνεις, αναγνωσταρά μου, δεν ευνοούν τις λογοτεχνικές συζητήσεις. 

Μην τα πολυλογώ, εκεί γύρω στα μέσα Νοεμβρίου ξανα-διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας και μου λέει "όπου να 'ναι κυκλοφορεί το νέο μου βιβλίο. Εκπυρσοκρότηση. Εκδόσεις Κονιδάρη". 
Έμενε να το διαβάσω. 

"Εξηνταέξι μικρά πεζά κεντημένα στο χέρι με ασημένιες κλωστές από αστρόσκονη". 
Τεμπέλης αλλά και βιβλιοφάγος εγώ, έκανα την εύλογη σκέψη ότι 66 μικρά πεζά είναι, θα τα διαβάσω στο πι και φι. 
Αλλά υπολόγισα λάθος: Τα 66 μικρά πεζά αποδείχτηκαν βαθύτερα και βαρύτερα του αναμενομένου, με όμορφη, ψαγμένη και πολυτονική ποιητική γραφή, αφαιρετική και ταυτόχρονα συνθετική. Ταξιδιάρικη γραφή, όχι όμως φωτογραφική, όχι, πιο πολύ φέρνει στο νου μου ακτινογραφία των όντων παρά φωτογραφία των πραγμάτων. 
Εἶδε τή ζωή της ἀργά τό βράδυ. Εἶχε κάτι ἀπό τό βάθος τοῦ ὠκεανοῦ καί κοιτοῦσε ἔντονα μέ τά θλιμμένα μάτια της τόν καθρέπτη τοῦ Σαββάτου. Ἀπουσίαζε τό καλοκαίρι, ὁ ἱδρῶτας ὁ ἀλμυρός, τό φτερούγισμα τῆς ψυχῆς, τό σῶμα πού πολιορκοῦσε τό ἄλλο σῶμα. Άντιστάθηκε στήν πολιορκία τῶν λέξεων, στήν πιθανότητα σύλληψης τῆς στιγμῆς καί τραβήχτηκε μέ τρόμο, ὅταν τό ὄνειρο δέ ἄντεξε τή πραγματικότητα. Ἔχωσε μιά σφαῖρα στή θαλάμη καί ὁδηγήθηκε στό θυσιαστήριο τοῦ ἔρωτα, τήν ὥρα πού ἡ σελήνη βυθιζόταν στό ἀνερμήνευτο τοῦ ἀνεκπλήρωτου. Ξάπλωσε στό ἔδαφος μετά ἀπό ὑπερβολική δόση μοναξιᾶς καί κράτησε τήν ἀναπνοή της, μέχρι νά φανεῖ τό μπλέ τῆς ἀνάγνωσης. Μέχρι νά φανεῖ ὁ ποιητής.
Ένα αξιόλογο και αξιοπρόσεκτο βιβλίο. Όχι επειδή είναι φίλιο πρόσωπο ο Χαράλαμπος Π. Σοφίας αλλά επειδή είναι αξιόλογο το βιβλίο και τα 66 μικρά πεζά του, τα κεντημένα με ασημένιες κλωστές από αστρόσκονη. 

Περισσότερες πληροφορίες, στον ιστότοπο του δημιουργού.


Τετάρτη, Νοεμβρίου 26, 2014

ΑΛΑΜΠΟΥΡΝΕΖΙΚΑ Ή Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΩΝ

Ένα εξαιρετικό κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου. 

Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι' αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ' όλες τις εποχές.
Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση.
Αλλά και παλαιότερα όταν λέγαμε «οι διανοούμενοι» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων» νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι.
Σε τελική ανάλυση, οι κουλτουριάρηδες είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ καταβάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν την χρησιμοποιεί σωστά.
Αυτό που σήμερα αποκαλούμε γλώσσα των κουλτουριάρηδων, είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας».
Μ' ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δε βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»;
Ρωτήθηκαν κάποιοι να τις εξηγήσουν, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση;
Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου...». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ' αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δε λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»;
Αυτά είναι ακατανόητα και γι' αυτόν που τα γράφει και γι' αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα. Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα» και εννούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε.
Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται. Βέβαια το μπέρδεμα υπάρχει πρώτα στο μυαλό. Πάντως μ' αυτά και μ' αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου.
θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει.
Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς; Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πως είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν;
Βέβαια ο ποιητής έχει τη δικαιολογία ότι γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξύλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλας, που γράφουν ότι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές.
Κάποιοι ισχυρίζονται πως έτσι εμπλουτίζεται η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη. Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας, γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές τις Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις;
Η αιτία του φαινομένου αυτού, οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δε θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ' όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ' όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης.
Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να είναι ταπεινός, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη», και τα συναφή.Μέσα σ' αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι.
Κάποτε ένας κομμουνιστής πιπίλιζε τον Μαρξ και τελικά αποδείχτηκε πως δεν είχε διαβάσει ούτε μια σελίδα από το «Κεφάλαιο». Και πόσοι χριστιανοί δεν έχουν μεσάνυχτα από το ευαγγέλιο; Κι αφήστε εκείνους που δεν διαβάζουν λογοτεχνία, αλλά μόνο τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κι έτσι είναι σαν να τα έχουν διαβάσει όλα!
Ας αφήσουμε όμως την πολλή θεωρία κι ας δούμε ένα παράδειγμα κουλτουριάρη. Ας δούμε λ.χ. ένα τεχνοκριτικό σημείωμα που αναφέρεται στη ζωγραφική ενός σπουδαίου καλλιτέχνη. Απολαύστε λοιπόν κριτική ζωγραφικής:

«Η χρονικότητα -στον τάδε ζωγράφο- είναι ψευδαίσθηση, απάτη, διάσπαση, εξαλλαγή, διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, κατακερματισμός και αλλοτρίωση, γι' αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση (βάι, βάι, βάι, κι εδώ αναδόμηση), ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».

Καταλάβατε τίποτα ή νιώθετε ανεπαρκείς;
Το πιο πιθανό είναι να μην καταλάβατε τίποτα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είστε ανεπαρκείς. Ανεπαρκείς είναι αυτοί που γράφουν τέτοια πράγματα. Αλλά ας αρχίσουμε το ψείρισμα. Πρόκειται ουσιαστικά για μία και μόνη πρόταση. Στην αρχή δίνει την εντύπωση, πως αν το διαβάσεις προσεκτικά, θα βγάλεις κάποιο νόημα. Γελιέσαι, γιατί όσο προχωράς, ακόμη κι εκείνο που υποτίθεται κατάλαβες στην αρχή, ξεχνιέται. Η «χρονικότητα» λοιπόν για τον ζωγράφο μας, είναι «ψευδαίσθηση».
Λογικά, η χρονικότητα πρέπει να έχει σχέση με την έννοια του χρόνου. Τώρα πως ο χρόνος γίνεται χρονικότητα, αυτό είναι ένα από τα μυστήρια των κουλτουριάρηδων. Εδώ έχουμε ένα συγκεκριμένο έργο, ζωγραφιές, υλικά, τεχνοτροπίες, και μόνο στη χρονικότητα βρήκες να σκαλώσεις;
Έστω. Ο χρόνος λοιπόν για τον ζωγράφο μας είναι «ψευδαίσθηση». Είναι όμως και «απάτη». Πως μπορούν αυτά τα δύο να σταθούν πλάι πλάι; Δηλαδή, αν ο χρόνος τον εξαπατά, τότε πως μπορεί ο χρόνος να είναι ψευδαίσθηση; Ακολουθεί η «διάσπαση». Ο χρόνος δηλαδή, πρώτα τον εξαπατάει και τον κοροϊδεύει και ύστερα τον αναγκάζει να διασπαστεί; Και ποιο είναι το υποκείμενο; Διασπάται ο ζωγράφος ή ο ίδιος ο χρόνος είναι διασπασμένος;
Τι από τα δύο συμβαίνει; Ακολουθεί η «εξαλλαγή». Τι σημαίνει εξαλλαγή; Είναι ιατρικός όρος που σημαίνει την μεταβολή των καλοηθών νεοπλασμάτων σε κακοήθη. Δηλαδή ο χρόνος είναι καρκίνος; Καλό κι αυτό: Αμ τότε πως ο καρκίνος είναι ψευδαίσθηση; Παρακάτω γράφει: «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου».
Η φράση ταιριάζει σε φιλοσοφική πραγματεία, όχι σε τεχνοκριτικό σημείωμα. Το κάθε ουσιαστικό απ' αυτά που είδαμε ως τώρα δεν ταιριάζει με το διπλανό του, αλλά το ένα αναιρεί το άλλο. Προχωρώντας, διαβάζουμε «κατακερματισμός και αλλοτρίωση». Ενώ η προηγούμενη φρασούλα «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου», είναι παρμένη από την φιλοσοφία, το «κατακερματισμός και αλλοτρίωση» ανήκει στο σύγχρονο λεξιλόγιο των κουλτουριάρηδων.
Συνοψίζοντας: Η χρονικότητα του τάδε ζωγράφου είναι 1) ψευδαίσθηση, 2) απάτη, 3) διάσπαση, 4) εξαλλαγή, 5) διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, 6) κατακερματισμός, 7) αλλοτρίωση.

Κατάλαβε φαίνεται η συγγραφέας ότι μας μπούκωσε αρκετά και σταμάτησε εδώ τον κατάλογο, για να προχωρήσει σε κάποιες επεξηγήσεις: «γι' αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει». Το «την» αναφέρεται βέβαια στην χρονικότητα, θα μπορούσε όμως ν' αναφέρεται και σε οποιοδήποτε ουσιαστικό θηλυκού γένους που αναφέρθηκε πιο πάνω, όπως την ψευδαίσθηση, την απάτη, την εξαλλαγή.
Καταλαβαίνετε λοιπόν τι σύγχυση δημιουργείται όταν κάποιος δεν ελέγχει τα λόγια του; Θέλει να πει ότι ο ζωγράφος προσπαθεί να βγάλει τον χρόνο έξω από το έργο του και για να το πει αυτό αυτό, μας αράδιασε του κόσμου τα αφηρημένα ουσιαστικά. Πως όμως θα το κάνει αυτό (να εξοστρακίσει τη χρονικότητα);
«Αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας». Τι σημαίνει άραγε η λέξη «πρωτογένεια»; Μήπως θα πει το πρώτο γένος; Η πρώτη γέννηση; Η πρώτη φάση της ζωής του ανθρώπου; Αλλά εκείνο που είναι για γέλια, είναι η «νέα ονοματοθεσία». Τι θέλει να πει η ποιήτρια, ότι να εξοστρακίσει ο ζωγράφος τον χρόνο από τους πίνακές του, δίνει νέα ονομασία στα πράγματα; Γιατί μιλούμε βέβαια, για ζωγράφο. Και στη ζωγραφική, τι πάει να πει «ονοματοθεσία»; Και ποια είναι η νέα ονοματοθεσία και τι σχέση έχει με την πρωτογένεια, με τη διάσπαση του χρόνου και μ' όλα τ' άλλα που μας είπε παραπάνω;

Και δεν σταματά εδώ, αλλά συνεχίζει: Μέλημα του ζωγράφου είναι να εξοστρακίσει τη χρονικότητα, αναζητώντας, εκτός από την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, και την πρωτογένεια μιας «ιδιωματικής γραφής». Αυτό το τελευταίο, παραδόξως φαίνεται κάπως κατανοητό. Υποθετικά πάντα, η ιδιωματική μορφή, είναι μια δική του τεχνοτροπία που αποδίδει το δικό του πρόσωπο ή έστω το ιδίωμα. Κι αυτό το απλό πράγμα, δηλαδή το να βρει ο ζωγράφος το προσωπικό του ύφος, το κάνει μόνο και μόνο για να εξοστρακίσει τον χρόνο; Μυστήρια πράγματα συμβαίνουν στον χώρο της τέχνης κι ακόμα πιο μυστήρια στον χώρο της κριτικής...
Προσέξτε όμως να δείτε, ότι αυτή η ιδιωματική μορφή θα εκκολάψει στην τεχνοκριτικό, πολλά πράγματα παρακάτω: «...μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση, ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».

Εδώ μπαίνει και το ερωτικό στοιχείο. Έτσι, πρωτού τελειώσει το τεχνοκριτικό σημείωμα της κυρίας αυτής, εμείς θα έχουμε γνωρίσει και το πρόβλημα του έρωτα του καλλιτέχνη μας. Αν καταλάβαμε λοιπόν σωστά, ο ζωγράφος προσπαθεί να εξοστρακίσει τον χρόνο, που είναι ένα σωρό πράγματα -αυτά τα περνάμε στο ντούκου- κι αυτό το κάνει αναζητώντας την προσωπική του έκφραση για να ξαναδημιουργήσει (η αναδόμηση που λέγαμε) τον κόσμο και να πετύχει και στον έρωτα, θαρρείς πως ο έρωτας δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Βλέπετε λοιπόν, ότι αυτή κουλτουριάρα, με το να θέλει να πει πολλά, τελικά δεν λέει τίποτα;
Το «αφιέρωμα» στα αλαμπουρνέζικα των κουλτουριάρηδων, θα κλείσει με ένα ακόμα μικρό δείγμα της «κουλτούρας» τους. Δεν θα γίνει κάποια ανάλυση, όπως στο προηγούμενο κείμενο. Πάρτε το ως «άσκηση» για το σπίτι και πέστε και σε μας τι καταλάβατε:

«Ο ελλαδικός άνθρωπος στην Ορθοδοξία διατυπώνει τον αρνητικό του νόστο ως «ζώο θεούμενο», μέσα από τον διάλογο του Εγώ του με το Άλλο, ως Ανταρσία ενάντια σε ένα Είναι δίχως Πρόσωπο, αφηγείται το καθολικό του βίωμα, τη διαδικασία ενσάρκωσης στο Εγώ του, την πρόσκτηση, με ενοποιό τον εαυτό του, του διάχυτου και απρόσωπου ως την έλευση του γίγνεσθαι που μετουσιώνεται τώρα, μέσα από την ιστορία του, την διάρκεια της Πράξης του, στο Εσύ και το Εμείς του Εκκαθολικευόμενου Εγώ του...

Ο χριστιανικός άνθρωπος εγκολπώνει το Άλλο στο εκκαθολικευμένο του Εγώ, στο Εσύ και στο Εμείς, «ζωντανό σώμα του Θεού», εκκλησία του. Το Άλλο γίνεται έτσι Εσύ για να θριαμβεύσει ως Εμείς μέσα σε ένα Εγώ μεγαλωμένο δυνάμει στο άπειρο, Έρωτας ως Πράξη του Εσύ έξω από τον Καιρό, και ιστορία ως Πράξη του Εμείς, ενσαρκωμένος Καιρός, συμπίπτουν σε μια δισυπόστατη υφή ενός γίγνεσθαι που εκφράζεται στο Πρόσωπο, στην Παρουσία του Ανθρώπου ως ερωτικής σχέσεως, ως αγαπητικής πράξης».

(Περιοδικό «Αντί», αρ. 239, σελ. 20-21, 1983)
Κείμενα σαν τα παραπάνω, δίνουν το κακό παράδειγμα στη χρήση της γλώσσας, στους νέους που τα διαβάζουν. Η νεότερη γενιά που ψευτομορφώνεται με τέτοια κείμενα, θα γράφει ακόμα χειρότερα και οι παρατηρήσεις της θα είναι και χειρότερες και πιο γελοίες. Ο Στρατής Δούκας έλεγε χαρακτηριστικά, ότι με την λογοτεχνία σήμερα ασχολούνται αποκλειστικά οι άνθρωποι που δεν έχουν ιδέα από γλώσσα. Τα κακά επομένως είναι δύο:

1) Η διαφθορά των νέων που θα εκφράζονται χειρότερα στο μέλλον.
2) Η διαφθορά της ίδιας της γλώσσας που κι αυτή θα γίνει θολή και νερόβραστη.

Παλαιότερα, κάποιος καθηγητής γλωσσολογίας έλεγε: «Μακριά από τους μορφωμένους!» κι αυτό που έλεγε εκείνος ο αγαθός άνθρωπος, ισχύει εκατό φορές περισσότερο για τους σύγχρονους κουλτουριάρηδες που ούτε τη γλώσσα ξέρουν και ούτε έχουν οργανωμένη σκέψη.
Για όσους συναισθάνονται αυτή την εξαχρείωση της γλώσσας και θλίβονται κατάκαρδα για όλη αυτή την κατάντια, η λύση είναι μία: Να προσέχουμε πολύ τα λόγια μας κι ακόμα περισσότερο τα γραπτά μας. Κάθε τι που λέμε να το σκεφτόμαστε, και προπάντων πρέπει να γράφουμε κατανοητά. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να διαβάζουμε κλασικά κείμενα της λογοτεχνίας μας, που έχουν σωστή και ζωντανή γλώσσα κι επίσης να στήνουμε αυτί στις κουβέντες του λαού.
Ο Σολωμός πήγαινε στις ταβέρνες της Κέρκυρας για ν' ακούσει πρόσφυγες από την Κρήτη που τραγουδούσαν μαντινάδες. Ο Καβάφης πήγαινε στα καφενεία και τα φαρμακεία της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας κι έστηνε αυτί για να τσακώσει καμιά ζωντανή ελληνική φράση.
Ενώ εμείς, σήμερα διαμορφώνουμε τη γλώσσα μας από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, και χώρια που δεν μας μένει καιρός ούτε να σκεφτούμε, ούτε να χωνέψουμε αυτά που βλέπουμε κι ακούμε. Πάντως, ούτε το να στήνουμε αυτί αρκεί. Χρειάζεται και κάτι ακόμα: Να ασκούμαστε στο γράψιμο. Και η άσκηση γραφής, κρατάει μια ζωή...

Το κείμενο του Χριστιανόπουλου το αλίευσα εδώ και... έτσι απλά, το συνιστώ βρε αδερφέ! 

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2014

Τρία ποιήματα του Κώστα Σοφιανού

Ο Κώστας Σοφιανός υποθέτω πως γεννήθηκε το 1945 και υποθέτω πως (αν δεν φταίει η δική μου σχεδόν ολοσχερής άγνοια) δεν έχει μέχρι σήμερα δεχτεί για το ποιητικό του έργο την αναγνώριση που εγώ νομίζω ότι θα του έπρεπε.

Χτες στο facebook ένας εξαιρετικός άνθρωπος με κοφτερή πένα και μυαλό, μου θύμισε την περίπτωση κάποιων ήδη αγαπητών μου ποιημάτων του Κώστα Σοφιανού, οπότε τι πιο λογικό απ' το να βάλω εδώ τρία ποιήματα του ποιητή, έτσι, αφενός να τα διαβάσει το φιλόμουσο αναγνωστικό κοινό και αφετέρου να βρίσκονται για το μέλλον.

Κατά μια περίεργη σύμπτωση, αποσπάσματα και από τα τρία παρακάτω ποιήματα, είχαν μυστηριωδώς έρθει στη μνήμη μου σε στιγμές όπου γύρω μου επικρατούσε ένας φοβερός και τρομερός ενθουσιασμός επανελλήνισης ενόσω εγώ ατάραχος έστριβα ή κάπνιζα το τσιγάρο μου και άκουγα και χάζευα, αρνούμενος μεν να κριτικάρω, ανοιχτός όμως προς τις Μούσες να μου θυμίσουν ό,τι στίχο θεωρούσαν πρέποντα, κι εκείνες σε μια-δυό περιπτώσεις διάλεξαν (ή εγώ νόμισα πως διάλεξαν) να μου θυμίσουν στίχους του Κώστα Σοφιανού.

Ποίημα του 1945

Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
ελαύνεται εις πάθος,
φταίνε οι τόνοι της “Ποιμενικής”
(για ό,τι γράφω, γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής…)

Φθηνές, εσθήτες, λιλιά, λοφία
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη,
στολές – γαλόνι
Πρώτες σειρές
συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.

Αν είχα θάρρος κι ένα μπετόνι…
“μα τι σας φταίει η κοινωνία;”

τα σπίρτα κρύβω –
πρέπει να στρίβω
με υποπτεύονται για αναρχία.

Παραλλαγές μιας μανιέρας (ΙΙΙ)

Ακόμα και ως πτώμα η Ελλάδα είναι ωραία
Τί κι αν έγινε βόθρος το κρυφό περιγιάλι
Μας δροσίζουν το μέτωπο μελτέμια πρωραία
κι ο καπνός στεφανώνει την Αμφιάλη.

Ελιές στις πλαγιές και ξανθοί αμπελώνες
καθαρτήριες φλόγες αναλώνουν το γιόμα,
αχνοτρέμει ο αέρας στων νερών τους πυλώνες
η Ελλάδα είναι ωραία ακόμα και ως πτώμα.

Ακόμα και ως πτώμα η Ελλάδα είναι ωραία
το πνεύμα του θέρους ευγενίζει τη στέγνια
φαιδρύνει η ευδεία του βίου την έγνοια
ραστώνη και τάχος μάς κλείνουν μοιραία.

Κοιμούνται οι Μούσες στον Ελικώνα
στα μουσεία τ’ αγάλματα νοσταλγήσαν το χώμα
το κάρβουνο εντείνει τις γραμμές του πευκώνα
η Ελλάδα είναι ωραία ακόμα και ως πτώμα.

Ακόμα και ως πτώμα η Ελλάδα είναι ωραία
τις νύχτες ο Κίσσαβος ξαναγίνεται Όσσα
αρκετά παραλλάξαμε του Ομήρου τη γλώσσα
ξεθωριάσαν τα χρώματα στη φθαρμένη λιβρέα.

Μέδουσα ο Ήλιος κι αποσβολώνει
της ρετσίνας ο μύθος πικρίζει το στόμα
τσουκνίδες κι ασφόδελοι στο έρημο αλώνι
η Ελλάδα είναι ωραία ακόμα και ως πτώμα.

Μη μιλάτε Ελληνικά

Μη μιλάτε Ελληνικά:
να γαβγίζετε
να μουγκρίζετε.
Να μη μιλάτε καθόλου.

Μη διαβάζετε Ελληνικά:
να διαβάζετε τους λόγους των πολιτικών σας
να διαβάζετε τα "καλέσματα" των οργανώσεών σας
να διαβάζετε τον ημερήσιο και τον περιοδικό σας τύπο.
Να μη διαβάζετε καθόλου.

Μη γράφετε Ελληνικά:
να γράφετε την "Καθαρεύουσα" του Γενικού Επιτελείου
να γράφετε την "Δημοτική" του Υπουργείου "Πολιτισμού"
να γράφετε όπως γράφουν στον ημερήσιο και στον περιοδικό σας τύπο.
Να μη γράφετε καθόλου.

Και
Μη κατεβαίνετε στη θάλασσα:
σας βλέπει κι αρρωσταίνει
γυρίζουν τα μέσα της
αφρίζει
ξερνάει σακκούλες
σαγιονάρες
σακούλες
σερβιέτες
Ξερνάει πετρέλαιο και πίσσα.
Μη κατεβαίνετε στη θάλασσα.

Μην ανεβαίνετε στα βουνά:
σας αισθάνονται και πεθαίνουν
χάνουν τα δάση τους και τα πουλιά τους
χάνουν τη δρόσο τους και τ' άρωμά τους
χάνουν τα χιόνια τους και τα νερά τους.
Μην ανεβαίνετε στα βουνά.

Μη συντηρείτε αρχαιότητες:
είναι Ύβρις.
Πάρτε κασμάδες και σωριάστε τες
φέρτε μπουλντόζες και σαρώστε τες
ρίχτε βενζίνη και κάφτε τες.
Είναι η προτελευταία τιμή που μπορείτε να κάνετε στον τόπο.

Η τελευταία είναι:
Να φύγετε
με τις γυναίκες και τα παιδιά σας
με τα σαλόνια σας και τα σκυλιά σας
με τη Βρωμιοσύνη σας και την κακομοιριά σας.
Και
μη παριστάνετε πως περιμένετε βαρβάρους:
Εσείς είστε οι βάρβαροι
και πρέπει να φύγετε.

Τρίτη, Μαΐου 25, 2010

ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑ


Άχ Άρτεμις ποιός πάλι μας χτυπά
την υψηλή μας Πύλη ν' ανοίξουμε.
Κάποιος ίσως νεοσσός που ξεπορτίστηκε
κι από πεσμένη κολώνα που ήταν
και αβάτελος
θα θέλει να γραφτεί στην οικογένειά μας
νομίζοντας ότι είναι σύλλογος φιλόπτωχος
για πρόσφυγες.
Πες του με ευγένεια πάντα ότι δεν τον δεχόμαστε
να έμπει στο άβατο σπίτι μας
γιατί δεν είναι για προποζίτο ιππότες
μα ούτε και φράγκοι να 'τανε.
Έστω κι αν είναι νέος ωραίος και παλιά θεός
σαν τον Αντίνοο
δεν δέχομαι και έχω δώσει αυστηρές διαταγές
στα γερά τείχη κι υπηρέτες
να διώχνουν τα καλογεράκια από τ' ασκηταριό
ας έχουν έστω λειτουργικές φρύξες
και τα λιβάνια.

Κρατήστε σας παρακαλώ
όλους τους αδιάφθορους κανόνες
για τους επαίτες και ζητιάνους
την υπερούσια υψηλή μας Πύλη
και σας ορκίζω στ' όνομα
του Ρωμανού (του Αντώνιου της Δρέσδης)
αν παρατυπήσετε να στείλω
σ' όλους γρήγορα τις απολύσεις.

Μα αν φανεί και να γυρίζει
ο ιππότης του χρυσού αετού
με το τετράκλωνο αέτωμα
κάντε μια θέση εκεί ψηλά στο βράχο.
Και καταλαβαίνετε δεν είναι βράχος
της Ακροπόλεως και Παρθενώνων
(όπου μας γέμισαν τον τόπο τελευταία)
αλλά βράχος υμέναιου του δεύτερου
αρχιτέκτονα κι όχι Ικτίνου.


Από τα Φόρα 82 των 4 Μαζινό.

Δευτέρα, Μαρτίου 22, 2010

ΥΠΟ ΕΡΓΟΝ

ΜΑΡΜΑΙΡΕΙ ΔΕ ΜΕΓΑΣ ΔΟΜΟΣ
ΧΑΛΚΩΙ, ΠΑΙΣΑ Δ' ΑΡΗΙ ΚΕΚΟΣΜΗΤΑΙ ΣΤΕΓΑ
ΛΑΜΠΡΑΙΣΙΝ ΚΥΝΙΑΙΣΙ, ΚΑΤ
ΤΑΝ ΛΕΥΚΟΙ ΚΑΤΕΠΕΡΘΕΝ ΙΠΠΙΟΙ ΛΟΦΟΙ
ΝΕΥΟΙΣΙΝ, ΚΕΦΑΛΑΙΣΙΝ ΑΝΔΡΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΑ.
ΧΑΛΚΙΑΙ ΔΕ ΠΑΣΣΑΛΟΙΣ
ΚΡΥΠΤΟΙΣΙΝ ΠΕΡΙΚΕΙΜΕΝΑΙ
ΛΑΜΠΡΑΙ ΚΝΑΜΙΔΕΣ, ΑΡΚΟΣ ΙΣΧΥΡΩ ΒΕΛΕΟΣ,
ΘΟΡΡΑΚΕΣ ΤΕ ΝΕΩ ΛΙΝΩ
ΚΟΙΛΑΙ ΤΕ ΚΑΤ ΑΣΠΙΔΕΣ ΒΕΒΛΗΜΕΝΑΙ.
ΠΑΡ ΔΕ ΧΑΛΚΙΔΙΚΑΙ ΣΠΑΘΑΙ,
ΠΑΡ ΔΕ ΖΩΜΑΤΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΥΠΑΣΣΙΔΕΣ.
ΤΩΝ ΟΥΚ ΕΣΤΙ ΛΑΘΕΣΘ', ΕΠΕΙ ΔΗ
ΠΡΩΤΙΣΘ' ΥΠΟ ΕΡΓΟΝ ΕΣΤΑΜΕΝ ΤΟΔΕ

που πα να πει

Λάμπει η μεγάλη αίθουσα
από χάλκινα όπλα. Όλη η στέγη έχει στολιστεί για χάρη του Άρη
με λαμπρές περικεφαλαίες.
Από την κορυφή τους λευκές φούντες από αλογότριχες
γέρνουν προς τα κάτω, στις κεφαλές των ανδρών
όμορφα στολίδια, καμωμένες από χαλκό,
τοποθετημένες ολόγυρα, κρύβουν ξυλόκαρφα
οι ωραίες περικνημίδες, αμυντήριο όπλο για χτύπημα ισχυρό
κι ακόμα θώρακες από καινούργιο λινό ύφασμα
και κοίλες ασπίδες αφημένες κατά γης.
Δίπλα χαλκιδικές σπάθες
και πολλές περισκελίδες και χιτώνες κοντοί.
Αυτά δεν είναι δυνστόν να τα ξεχάσουμε, αφού
τώρα πια αναλάβαμε αυτό τον αγώνα.

Αλκαίος φίλε αναγνώστη. Από τη Λέσβο. Σύγχρονος της Σαπφούς και του Πιττακού -με τον οποίο πάντως ήταν πολιτικοί αντίπαλοι. Το ανωτέρω ποίημα ανήκει στα “στασιωτικά” του ποιήματα, τα οποία είναι ό,τι η λέξη “στασιωτικά” εννοεί.

“Από την περιγραφή των όπλων εικάζεται από τους μελετητές ότι το ποίημα γράφτηκε στις παραμονές κάποιας μάχης...
...Από την περιγραφή απουσιάζουν τελείως τα “τηλέμαχα όπλα”. Το πρόσεξαν αυτό ήδη οι φιλόλογοι και δίνουν τη δική τους ερμηνεία. Αν πράγματι έλειπαν απ' την αίθουσα τα τηλέμαχα όπλα ή πρόκειται για έναν ποιητικό τρόπο προβολής της πολεμικής αρετής του ίδιου του ποιητή, που προτιμά να μάχεται “εκ του συστάδην”, στήθος με στήθος, με μόνο φονικό όπλο τη χαλκιδική σπάθα του, μόνο να το εικάσουμε μπορούμε. Το βέβαιο είναι ότι ο ποιητής είναι άνδρας του “έργου”, νέος γεμάτος ορμή, ανήσυχος και δραστήριος. Κάνει λόγο για τον δικό του οπλισμό, που τον κοιτάζει με χαρά και διάθεση αγωνιστική. Αφού το περιεργάσθηκε είναι έτοιμος να φορέσει και πάλι την πανοπλία του, συνεπής προς τον αγώνα που έχει αναλάβει μαζί με άλλους. Έτσι έζησε ο Αλκαίος: Παρών στην επικαιρότητα και συμμέτοχος σε σημαντικές στιγμές της πόλης του”.


(Η τελευταία παράγραφος, όπως και η μετάφραση του ποιήματος, είναι του Ιωάννη Μπάρμπα, από το βιβλίο του “Λυρική ποίηση – Λυρικών λόγος και ιστορική πράξη” των εκδόσεων “Ζήτρος”).

Παρασκευή, Μαρτίου 12, 2010

ΣΑΠΦΩ
(και Καστοριάδης και Αρβανιτάκη)

Η ανασύνθεση των θραυσμάτων είναι αναζήτηση των δικών μας θραυσμάτων. Και είναι σαν το κυνήγι του θησαυρού. Ξεκινά πάντα με ευτελή υλικά απλών ενδείξεων (φιλοκαλλούμεν μετ' ευτελείας) αλλά οδηγεί σε διαπιστώσεις-διαμαντάκια (φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας). Διότι δεν ήτο μαλάκας ο Καστοριάδης που έκατσε κι ασχολήθηκε με τα θραύσματα -της Σαπφούς εν προκειμένω, που κι αυτή δική μας είναι- κι έκατσε κι έγραψε το παρακάτω όμορφο κειμενάκιον.
Το οποίον αναγιγνώσκεται με συνοδεία όμορφου, αχνιστού διπλού μοσχομυριστού καφέ χωρίς το απαραίτητο τσιγάρο στο χέρι, ενώ από τα ηχεία ακούγεται η ηχητική προσπάθεια ανασύνθεσης των θραυσμάτων της Σαπφούς -άλλο ένα διαμαντάκι, δηλαδή, ηχητικό αυτή τη φορά. Δημήτρης Παπαδημητρίου και Ελευθερία Αρβανιτάκη:


Ι. Μερικές μεταφραστικές δυσκολίες μας οδηγούν στη διαπίστωση πως οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές στηρίζονταν συχνά σ' ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής γλώσσας, κοινό πιθανώς μ' άλλες πρωτογενείς γλώσσες, γνώρισμα που μπορούμε να αποκαλέσουμε αδιαίρετη πολυσημία των λέξεων και των γραμματικών πτώσεων. Οι νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες δεν έχουν πλέον αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα, και οι ποιητές προσέφυγαν σε άλλες οδούς προκειμένου να δημιουργήσουν μια συγκρίσιμη εκφραστική ένταση. Αυτές οι διαπιστώσεις μας οδηγούν σε μια εξέταση των οδών της ποιητικής εκφραστικότητας κι ιδιαίτερα της σημασιακής μουσικότητας της

1). Ας αρχίσουμε από τους περίφημους στίχους της Σαπφούς:

Δέδυκε μεν α σελάννα και
Πληιάδες· μέσαι δε
νύκτες, παρά δ' έρχετ' ώρα,
εγώ δε μόνα κατεύδω.

Μια κατά λέξη μετάφραση θα μπορούσε να ήταν η έξης:

Η Σελήνη έδυσε κι η Πούλια·
είναι μεσάνυχτα, η ώρα περνά
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.

Δέδυκε, του ρήματος δύω, σημαίνει βούτηξε, καταβυθίστηκε. Στην Ελλάδα των διακοσίων κατοικημένων νησιών και των περίπου δέκα χιλιάδων χιλιομέτρων ακτών, ο ήλιος, η σελήνη και τ' αστέρια δεν πλαγιάζουν, βουτούν στη θάλασσα, βυθίζονται.
Σελάννα είναι βέβαια η σελήνη και δεν μπορούμε ν' αποδώσουμε τη λέξη διαφορετικά. Για έναν αρχαίο Έλληνα όμως, η λέξη σελάννα παραπέμπει άμεσα στο σέλας, το φως· σελάννα είναι η φωτεινή, ο φωστήρ.
Πληιάδες, είναι η Πούλια, είναι οι Πολυάριθμες. Για ένα Γάλλο -ή έναν Ευρωπαίο- χωρίς επαρκή καλλιέργεια, η λέξη δεν λέει τίποτα· και για τον μετρίως καλλιεργημένο Γάλλο, πρόκειται για μια πλειάδα επιφανών Γάλλων ποιητών του 16ου αιώνα, και για μια συλλογή βιβλίων στις εκδόσεις Gallimard. Αλλά για τον Έλληνα αγρότη, τεχνίτη ή ναυτικό της Αρχαιότητας (κι ακόμη ως πρόσφατα), πρόκειται για ένα αστρικό νέφος -διακρίνονται τουλάχιστον επτά αστέρες δια γυμνού οφθαλμού- που ένας σημερινός αστρονόμος θ' αποκαλούσε σφαιρωτό σμήνος μερικών εκατομμυρίων αστέρων, υπέροχος αστερισμός στον ωραιότερο σχηματισμό του νυχτερινού ουρανού, μέσα σ' ένα τεράστιο τόξο του κύκλου που καλύπτει περισσότερο από το μισό του ουράνιου θόλου, αρχίζοντας από την Πούλια, περνώντας από τον Ωρίωνα και τερματίζοντας στον Σείριο. Όταν περί το τέλος του καλοκαιριού εμφανίζεται ο Σείριος, λίγο πριν από την ανατολή του ηλίου, οι ωχρές πλέον Πλειάδες έχουν ήδη διαβεί το ζενίθ, πηγαίνοντας προς τα δυτικά. Τη στιγμή που μιλεί η Σαπφώ, οι Πλειάδες έχουν ήδη δύσει, ένδειξη ακριβής και πολύτιμη, στην οποία θα επανέλθω.

Μέσαι δε νύκτες, κατά λέξη: οι νύχτες βρίσκονται στο μέσον τους, είναι μεσάνυχτα. Στο μέσον αυτής της νύχτας, στα μεσάνυχτα κείνης της μέρας, η Σελήνη κι οι Πλειάδες είχαν ήδη δύσει. Ας υποθέσουμε προσωρινά ότι το τέλος του ποιήματος θα μπορούσε να αποδοθεί κάπως έτσι:

... η ώρα περνά
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.

Εδώ, η ίδια η Σαπφώ ομιλεί, η Σαπφώ που γεννήθηκε γύρω στα 612 π.Χ. στη Λέσβο. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι το ποίημα γράφτηκε γύρω στα 580 π.Χ., ίσως και πριν. Λυρικό ποίημα, όπως λέγομε, που εκφράζει τα συναισθήματα, τη ψυχική κατάσταση του ποιητή, κι όμως, ο μύθος -η αφήγηση, η ιστορία- είναι παρών, νοσταλγικός κι υπέροχος. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, βλέπουμε τον νυχτερινό ουρανό να περιγράφεται, τη Σελήνη και τις Πλειάδες να έχουν ήδη δύσει κι αυτή τη γυναίκα, ενδεχομένως ερωτευμένη με κάποιον που δεν είναι εκεί, ίσως κι όχι, ωστόσο γεμάτη πόθους, που, εν τω μέσω της νυκτός, δε μπορεί να κοιμηθεί και λέγει τη θλίψη της, που στο κρεβάτι της είναι μόνη.

Διαβάζομε ένα αρχαίο ποίημα σημαίνει ότι ξαναβρίσκουμε ένα κόσμο πια χαμένο, ένα κόσμο τώρα σκεπασμένο από την αδιαφορία του 'πολιτισμού' μπρος στα στοιχειώδη και θεμελιώδη. Είναι το μέσον της νύχτας κι η Σελήνη έχει ήδη δύσει. Ένας σύγχρονος μας δεν βλέπει τί σημαίνει αυτό. Δεν φαντάζεται ότι, αφού η Σελήνη έδυσε πριν από τα μεσάνυχτα, βρισκόμαστε μεταξύ της νέας Σελήνης και του πρώτου τετάρτου, στην αρχή συνεπώς ενός σεληνιακού μηνός (μέτρον χρόνου για όλους τους αρχαίους λαούς). Αλλά οι Πλειάδες έδυσαν. Αυτήν την ακρίβεια των αρχαίων ποιητών δεν την ξαναβρίσκουμε παρά μόνο σπάνια στους νεότερους, αφού με αφετηρία αυτήν την ένδειξη θα μπορούσαμε σχεδόν να προσδιορίσομε την εποχή της σύνθεσης του ποιήματος. Βρισκόμαστε στην άνοιξη, διότι την άνοιξη -και μάλιστα στην αρχή της- οι Πλειάδες δύουν πριν από τα μεσάνυχτα· όσο περισσότερο προχωρεί το έτος, τόσο δύουν αργότερα. Η Σαπφώ είναι ξαπλωμένη κι η ώρα περνά.
παρά δ' έρχετ' ώρα, τί είναι η ώρα; Ο μεταφραστής θ' αποδώσει τη λέξη αβίαστα ως (ώρα στα νέα ελληνικά και) heure στα γαλλικά (μέσω του λατινικού δανείου hora). Ώρα όμως στα αρχαία ελληνικά σημαίνει επίσης την εποχή, ήδη στον Όμηρο κι αυτή η έννοια διαρκεί ως σήμερα διά μέσου των αλεξανδρινών και βυζαντινών χρόνων· οι ώρες του έτους είναι οι εποχές. Είναι βεβαίως κι η ώρα, με τη συνήθη έννοια του όρου, όχι η ώρα των ρολογιών, αλλά η ώρα ως υποδιαίρεση της διάρκειας της ημέρας. Ένα από τα περίφημα ποιήματα που η ύστερη Αρχαιότητα απέδιδε στον λυρικό ποιητή Ανακρέοντα αρχίζει ως εξής:

"Μεσονύκτιος ποτ' ώραις",
στις ώρες του μεσονυκτίου.

Ώρα όμως είναι κι η στιγμή κατά την οποία ένα πράγμα "είναι στην ώρα του", που είναι πραγματικά καλό κι "ωραίο", είναι συνεπώς για τους ανθρώπους ο ανθός της νιότης. Στο "Συμπόσιο" όταν ο Αλκιβιάδης αφηγείται πως προσπάθησε να πλαγιάσει με τον Σωκράτη, αλλά σηκώθηκε το πρωί χωρίς να πάθει τίποτα (καταδε-δαρθηκώς...), σα να 'χε κοιμηθεί με τον πατέρα ή τον αδελφό του, καταλήγει:

"Ο Σωκράτης είναι υβριστής, τόσο κατηφρόνησεν της εμής ώρας",

τη νιότη μου, την ομορφιά μου, το γεγονός ότι ήμουν ώριμος να με συλλέξει σαν ένα ωραίο ερωτικό καρπό...

Πρέπει τέλος να κάνω μνεία του συνδέσμου "δε", που σημαίνει τόσο "και" όσον κι "αλλά". Εδώ η επιλογή είναι αναπόφευκτη και θα μεταφράσω απλώς "και". Τί λέγει λοιπόν η Σαπφώ;

Η Σελήνη κι οι Πλειάδες δύσαν,
είναι μεσάνυχτα· ώρα, εποχή, νιότη
παρέρχονται κι εγώ κοιμάμαι μόνη.

Ουδείς νεότερος μεταφραστής, απ' όσο ξέρω, δεν τόλμησε να μεταφράσει τη μοναδική λέξη "ώρα" με τρεις. Όμως η κορύφωση της έντασης του ποιήματος είναι ακριβώς αύτη η λέξη που συνδυάζει περισσότερες της μιας σημασίες, χωρίς να θέλει ή να πρέπει να επιλέξει ανάμεσα τους: την εποχή του έτους, την άνοιξη -το νέο ξεκίνημα του χρόνου μετά τον χειμώνα, την εποχή των ερώτων-, την ώρα που παρέρχεται και τη νεότητα της Σαπφούς που μάταια αναλώνεται, αφού δεν υπάρχει κανείς στο κρεβάτι της. Η μεγαλοφυΐα της Σαπφούς έγκειται και στην επιλογή ακριβώς αυτής της λέξης, που το φάσμα σημασιών της διαφωτίζεται κι εμπλουτίζεται από το υπόλοιπο ποίημα (χωρίς τη μνεία της δύσης των Πλειάδων, η έννοια εποχή/άνοιξη της λέξεως ώρα θα ήταν πολύ λιγότερο επιτακτική).


Μια πληρέστερη μορφή του καστοριάδειου κειμένου -με πολλά άλλα σχετικά ενδιαφέροντα- υπάρχει εις το Περί Γραφής, ήτοι εδώ.